Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Πολύ καλό ιστορικό άρθρο για τον Δεκέμβρη του 1944

Τα Δεκεμβριανά
Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για ένα γεγονός που καθόρισε τη μεταπολεμική Ελλάδα 67 χρόνια πριν
Επιμέλεια: Στέφανος Xελιδόνης
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_03/04/2011_437774)
«Το αίμα φέρνει αίμα κι άλλο αίμα». Με αυτές τις λέξεις συνόψισε ο Σεφέρης την κατάσταση στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1944.
Δύο, μόλις, μήνες μετά την αποχώρηση των Γερμανών, αεροσκάφη Σπιτφάιαρ και Μποφάιτερ της RAF σφυροκοπούσαν τα προάστια, ενώ μάχες μεταξύ βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων, από τη μία πλευρά, και του ΕΛΑΣ, από την άλλη, μαίνονταν σε όλη την πόλη. Η σπίθα γι' αυτόν τον «δεύτερο γύρο» εμφυλίου πολέμου, που έμεινε γνωστός ως «Δεκεμβριανά», άναψε όταν στις 3 Δεκεμβρίου η Αστυνομία, η οποία αντιπροσώπευε το έσχατο ορατό κατάλοιπο του κατοχικού συστήματος, άνοιξε πυρ εναντίον των διαδηλωτών του ΕΑΜ στην πλατεία Συντάγματος. Τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν σημείο καμπής στην εμφύλια βία που είχε αρχίσει ήδη από το 1943 και η οποία θα συνεχιζόταν μέχρι και το 1949. Ο δρόμος προς τη «μάχη της Αθήνας» ήταν στρωμένος με αμοιβαία καχυποψία, αλλά και αδιαλλαξία, και από τις δύο παρατάξεις. Το ποιος είχε τη βαρύτερη ευθύνη για τα Δεκεμβριανά παραμένει ένα από τα πιο διαμφισβητούμενα σημεία στην Ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Μετά, τίποτα δεν ήταν το ίδιο...
Του Ευάνθη Χατζηβασιλείου
Σπανίως, στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, ένα μεμονωμένο γεγονός είχε τόσο καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος, της κοινωνικής πραγματικότητας, των ταυτοτήτων, όσο τα Δεκεμβριανά του 1944. Πριν από τη σύγκρουση, παρά τις δυσκολίες, υπήρχε η ελπίδα ότι οι πολιτικές δυνάμεις θα έβρισκαν μια κοινώς αποδεκτή διευθέτηση. Μετά τον «Δεκέμβρη», τίποτε δεν ήταν το ίδιο: αντί της πολιτικής διαδικασίας, η χώρα κλήθηκε να εφαρμόσει μία ιδιότυπη «συνθήκη ειρήνης», τη Συμφωνία της Βάρκιζας, την οποία παραβίασαν και οι δύο πλευρές – η κυβερνητική επειδή προχώρησε στην πολιτική δίωξη των κομμουνιστών, και η εαμική επειδή δεν παρέδωσε τα όπλα της, αλλά αντίθετα προετοιμάστηκε για την επόμενη φορά. Ο δρόμος είχε ανοίξει για ένα νέο γύρο εμφυλίου πολέμου.
Οπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αρχικές εκτιμήσεις για τα αίτια των Δεκεμβριανών ήταν, σε μεγάλο βαθμό, βασισμένες σε στερεότυπα. Ο αστικός κόσμος πίστευε ότι το ΕΑΜ είχε κάνει μια προαποφασισμένη απόπειρα για κατάληψη της εξουσίας. Η Αριστερά θεωρούσε ότι οι Βρετανοί και ο Παπανδρέου είχαν εξ αρχής επιζητήσει τη σύγκρουση για να καταστρέψουν το εαμικό ρεύμα. Η σύγχρονη έρευνα, ωστόσο –με πρώτο σταθμό τη μελέτη του Ι. Ιατρίδη για την «εξέγερση στην Αθήνα»– αποστασιοποιήθηκε από παρόμοιες ερμηνείες και αντιμετώπισε την πορεία προς τη σύγκρουση ως μια διαδικασία, παρά ως μια «αναπόφευκτη» εξέλιξη.
Η μακρόχρονη πορεία προς τη σύγκρουση
Είναι αδύνατον να ερμηνευθούν τα Δεκεμβριανά χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι αποτέλεσαν τη δεύτερη φάση ενός εμφυλίου πολέμου που είχε ξεκινήσει το 1943. Ο κατοχικός εμφύλιος είχε ένα ιδιότυπο αποτέλεσμα: στρατιωτικά, στην κατεχόμενη Ελλάδα, είχε επικρατήσει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ωστόσο, πολιτικά, το ΕΑΜ είχε υποστεί μία μείζονα ήττα από τον Γεώργιο Παπανδρέου, πρωθυπουργό της εξόριστης κυβέρνησης, στη Διάσκεψη του Λιβάνου κατά την οποία αποφασίστηκε η συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ της στρατιωτικής και της πολιτικής ισχύος οδήγησε στη νέα σύγκρουση.
Ο Παπανδρέου επεδίωκε να οδηγήσει τη χώρα σε μια κατεύθυνση παρόμοια με αυτήν που θα ακολουθούσαν και άλλα ευρωπαϊκά κράτη: συγκρότηση ενός «μεγάλου συνασπισμού» αντιφασιστικών δυνάμεων (με τη συμμετοχή του κομμουνιστικού κόμματος) και διενέργεια μιας προοδευτικής μεταρρύθμισης, που θα συγκροτούσε τη βάση της μεταπολεμικής δημόσιας ζωής. Σε αυτό το σκηνικό, ο δικός του συνασπισμός –μια μορφή αστικού ριζοσπαστισμού– θα ισορροπούσε μεταξύ της αντίδρασης και της επανάστασης, ώστε να εξασφαλίσει την αναγκαία μεταρρύθμιση. Για να γίνει αυτό, όμως, ήταν αναγκαίο να αποφευχθεί ένας νέος εμφύλιος πόλεμος. Αυτό προσπάθησε να επιτύχει ο Παπανδρέου με δύο μοχλούς: τη βρετανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα και την εξασφάλιση των προϋποθέσεων για διενέργεια ελεύθερων εκλογών.
Κατά τον πρωθυπουργό (και τον αστικό κόσμο), η ένοπλη μειοψηφία του ΕΑΜ/ΚΚΕ είχε επιβάλει τη στρατιωτική της κατοχή στην ύπαιθρο και επί της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Ο Παπανδρέου θεωρούσε ότι η βρετανική παρουσία θα αποκαθιστούσε την ισορροπία των στρατιωτικών δυνάμεων, αποτρέποντας τον εμφύλιο πόλεμο. Αρχικά, η στρατηγική του φάνηκε να αποδίδει: το ΕΑΜ αποδέχθηκε τη Συμφωνία της Καζέρτας στα τέλη του Σεπτεμβρίου 1944 και έθεσε τις δυνάμεις του υπό την ηγεσία του Βρετανού στρατηγού Σκόμπυ. Κατά την απελευθέρωση της Αθήνας, στα μέσα του Οκτωβρίου, το ΕΑΜ δεν εγκατέστησε δική του κυβέρνηση, παρόλο που μπορούσε να το κάμει.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Μετά την απελευθέρωση, το ΕΑΜ ήδη ασκούσε την εξουσία στην Ελλάδα, μέσω της στρατιωτικής κατοχής της υπαίθρου (με μικρές εξαιρέσεις, π.χ. στην Ηπειρο). Η «κυβέρνηση Παπανδρέου» δεν ήλεγχε παρά ένα μέρος του κέντρου της Αθήνας. Το ΕΑΜ επιδίωκε να συντηρήσει μια περίεργη δυαρχία στη χώρα: μια τυπική ψευδοεξουσία της κυβέρνησης στο κέντρο της Αθήνας και μια ουσιαστική και σαφώς μονοκομματική εξουσία του ΕΑΜ παντού αλλού (αυτό που τότε ονομάστηκε «εαμοκρατία»). Εκλογές σε αυτή την κατάσταση δεν μπορούσαν να γίνουν – τουλάχιστον όχι χωρίς να προκύψουν εκλογικά «αποτελέσματα» αντίστοιχα με τα ανατολικοευρωπαϊκά των αμέσως επόμενων ετών... Ο Παπανδρέου στόχευε να τερματίσει την εαμική στρατιωτική κατοχή της υπαίθρου, επειδή χωρίς αυτό, το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν, έτσι και αλλιώς, ένα μονοκομματικό εαμικό κράτος. Εδώ βρισκόταν η ουσία της διαφωνίας σχετικά με τις ένοπλες δυνάμεις, που αποτέλεσε την αφορμή για τα Δεκεμβριανά. Το ΕΑΜ επέλεξε τη σύγκρουση όταν κατάλαβε ότι θα έπρεπε να διαλύσει τον στρατό του – το όργανο με το οποίο διεκδικούσε τη συνέχιση της εξουσίας του. Εξάλλου, για το ΕΑΜ, η διάλυση του στρατού του σήμαινε όχι μόνον απώλεια της εξουσίας, αλλά και δικό του αφοπλισμό έναντι των αντιπάλων του.
Ωστόσο, η ηγεσία του ΕΑΜ έδειξε μια τεράστια αδυναμία να διαχειριστεί την κρίση. Ετσι, δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται τη σημασία της υπογραφής της Συμφωνίας της Καζέρτας, η οποία στην ουσία υπήγαγε και τις εαμικές δυνάμεις υπό τις διαταγές του Σκόμπυ. Η Καζέρτα μετέτρεπε οποιαδήποτε εξέγερση εναντίον του Βρετανού αυτού διοικητή σε αντισυμμαχική ανταρσία την οποία θα ήταν αδιανόητο να υποστηρίξουν, διαρκούντος του πολέμου, οι Σοβιετικοί ή ο Τίτο (παρά τις υποσχέσεις που ο τελευταίος είχε δώσει για αρωγή). Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται στο πολυσυζητημένο ερώτημα εάν το ΕΑΜ είχε πληροφορηθεί ή όχι τη «συμφωνία των ποσοστών» μεταξύ Στάλιν και Τσώρτσιλ: το ίδιο το ΕΑΜ είχε δεχθεί την Καζέρτα. Είναι επίσης σαφές ότι το ΚΚΕ εκτίμησε λανθασμένα τους στόχους και τις προτεραιότητες των διεθνών δρώντων. Τέλος, είναι αμφίβολο εάν η εαμική ηγεσία είχε σαφείς στρατηγικές προτεραιότητες: η διενέργεια, παράλληλα με τα Δεκεμβριανά, επιθέσεων εναντίον του Ζέρβα στην Ηπειρο επιτρέπουν τη διατύπωση της υπόθεσης ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση με πανελλαδική εμβέλεια και πολύ πιο μαξιμαλιστικούς στόχους. Στο επίπεδο της ποιότητας ηγεσίας εντοπίζεται η μεγαλύτερη διαφορά του ελληνικού αριστερού κινήματος σε σχέση με το γαλλικό ή το ιταλικό: οι Τορέζ και Τολιάτι απέφυγαν προσεκτικά τον εμφύλιο πόλεμο, ακριβώς επειδή διέγνωσαν πολύ πιο αποτελεσματικά τους συσχετισμούς των δυνάμεων και την ακριβή γκάμα των δυνατοτήτων.
Καταστροφικές πολιτικές συνέπειες
Οι συνέπειες των Δεκεμβριανών ήταν καταλυτικές. Η μάχη της Αθήνας είναι η πρώτη εμφύλια σύγκρουση της δεκαετίας του ’40, στην οποία αναμετρήθηκε η Αριστερά (μόνη της) με όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις – και επομένως ένωσε όλους τους άλλους εναντίον της. Αυτό το σκηνικό θα επαναληφθεί και το 1946 - 49.
Το δεύτερο καθοριστικό στοιχείο ήταν η εκτέλεση, από την εαμική πλευρά, ενός μεγάλου αριθμού αμάχων ομήρων που συνέλαβε τις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου. Αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά, η κυβερνητική προπαγάνδα ανέβαζε τον αριθμό των ομήρων που εκτελέσθηκαν από το ΕΑΜ ή πέθαναν από κακουχίες, σε 10.000. Αργότερα, περισσότερο ψύχραιμοι αναλυτές αναφέρθηκαν σε έναν αριθμό 4.000 νεκρών – ο οποίος όμως ήταν επίσης τεράστιος. Τίποτε δεν θα μπορούσε να κινητοποιήσει πιο αποτελεσματικά τον αστικό κόσμο από την αίσθηση ότι η «κομμουνιστική επανάσταση» συνοδευόταν από ένα παρόμοιο λουτρό αίματος. Ενδοελληνικές συγκρούσεις (και μάλιστα πολύνεκρες) είχαν σημειωθεί από το 1943 σε όλη τη χώρα. Ωστόσο, ήταν το αίμα του Δεκέμβρη –το αίμα που χύθηκε μέσα στην Αθήνα– που κινητοποίησε την αστική ελίτ στον αντικομμουνιστικό αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό, η τρίτη συνέπεια ήταν η μη τιμωρία των δωσιλόγων: τρομοκρατημένο, το πολιτικό σύστημα έστρεψε την προσοχή του στον «αμυντικό αγώνα» κατά του κομμουνισμού.
Πάνω απ’ όλα, ο «δεύτερος γύρος» αποτέλεσε μια μη αναστρέψιμη καταστροφή για την πολιτική ζωή της Ελλάδας. Διέλυσε τον «μεγάλο συνασπισμό» της απελευθέρωσης, κατέστρεψε την προσπάθεια ανοικοδόμησης, εξασφάλισε την παλινόρθωση της μοναρχίας, συνέτριψε τις ανερχόμενες μετριοπαθείς φιλελεύθερες δυνάμεις και έδωσε αμετάκλητα την πρωτοβουλία των κινήσεων στους ακραίους αντικομμουνιστές. Με την επιλογή του για σύγκρουση στα Δεκεμβριανά, το ΕΑΜ κατέστρεψε τους πάντες, εκτός από τους πιο ακραίους εχθρούς του.
Γι’ αυτό, συχνά διατυπώνεται το ερώτημα κατά πόσον η κυβέρνηση Παπανδρέου, του 1944, υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία. Ηταν η πρώτη φορά έπειτα από μία δικτατορία, πόλεμο, Κατοχή και μία εμφύλια σύγκρουση, που οι φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές βρίσκονταν στην κυβέρνηση. Στο σενάριο αυτό, η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην κατεύθυνση του μεταπολεμικού ιταλικού ή γαλλικού προτύπου: θέσπιση ενός προοδευτικού φιλελεύθερου Συντάγματος, διενέργεια μιας οικονομικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, χωρίς τις τρομερές επιβαρύνσεις των πρόσθετων εμφυλίων συγκρούσεων του 1944 - 49. Τα Δεκεμβριανά σκότωσαν αυτή την προοπτική και άνοιξαν τον δρόμο για ένα νέο «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» που οδηγούσε στον τρίτο εμφύλιο πόλεμο του 1946 - 49.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Οι ελιγμοί των δύο διεκδικητών της εξουσίας
Του Θανάση Δ. Σφήκα
Στην περίοδο 1941 - 1944 στην Ελλάδα αποκρυσταλλώθηκαν και οξύνθηκαν οι κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της προηγούμενης δεκαετίας και εμφανίστηκε μια νέα εσωτερική κοινωνική και πολιτική δύναμη με επαναστατικά αιτήματα, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Αυτό που ακολούθησε από τα Δεκεμβριανά ώς τον Αύγουστο του 1949 ήταν μια μακρά και επώδυνη διαδικασία διεκδίκησης, απόρριψης και συντριβής: διεκδίκησης εκ μέρους του αριστερού αντιστασιακού κινήματος αυτών των αιτημάτων, απόρριψής τους και συντριβής του φορέα τους από τις εγχώριες και εξωτερικές δυνάμεις που έβλεπαν την πραγμάτωσή τους ως υπαρξιακή απειλή.
Η Βρετανία, κυρίαρχη δύναμη στη Μεσόγειο, επιθυμούσε ένα προσωποπαγές καθεστώς υπό τον Γεώργιο Β΄ για τη διατήρηση της Ελλάδας στη βρετανική σφαίρα επιρροής και την αποτροπή ενδεχόμενης σοβιετικής κυριαρχίας. Προτιμητέο μέσο επίτευξης του στόχου ήταν ο εγκλωβισμός του ΕΑΜ ως μειοψηφούσας συνιστώσας σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» υπό τον έως τότε αντιμοναρχικό Γεώργιο Παπανδρέου, τον οποίο στις 26 Απριλίου 1944 οι Βρετανοί όρισαν πρωθυπουργό της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου.
Ο πολιτικός εγκλωβισμός του ΕΑΜ φάνηκε να επιτυγχάνεται στις 20 Μαΐου, όταν οι αντιπρόσωποί του υπέγραψαν στη Διάσκεψη του Λιβάνου το «Εθνικόν Συμβόλαιον». Τα ανταρτικά σώματα τέθηκαν υπό τις διαταγές της «κυβέρνησης εθνικής ενότητας», στην οποία το ΕΑΜ κλήθηκε να συμμετάσχει με πέντε δευτερεύοντα υπουργεία, ενώ προβλέπονταν εκλογές και δημοψήφισμα μετά την απελευθέρωση χωρίς να αποκλείεται η επιστροφή του βασιλιά πριν από το δημοψήφισμα.
Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν αποδέχθηκε τη συμμετοχή στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» παρά μόνον τρεις μήνες αργότερα. Οπως εξήγησε το ΚΚΕ στις οργανώσεις του, τον Αύγουστο του 1944, η άρνηση συμμετοχής θα επέσειε κατηγορίες για παρεμπόδιση της εθνικής ενότητας. Εν τω μεταξύ, και ενώ στην «Ελεύθερη Ελλάδα» το ΕΑΜ υλοποιούσε μέρος του πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού προγράμματός του, στο Κάιρο ο Παπανδρέου αναγνώριζε την ανάγκη μιας απροσδιορίστου περιεχομένου «επανάστασης» στη χώρα? μόνο που, όπως έλεγε στον Γιώργο Σεφέρη τον Ιούλιο 1944, την «επανάσταση» δεν θα την έκανε «ο συρφετός» του ΕΑΜ αλλά η «επαναστατική Κυβέρνηση» του ιδίου. Στις 21 Αυγούστου 1944, έπειτα από αίτημά του, ο Παπανδρέου συνάντησε στη Ρώμη τον Τσώρτσιλ και του ζήτησε τη συνδρομή των βρετανικών όπλων για τη διάλυση του ΕΛΑΣ. Ο Τσώρτσιλ, ωστόσο, είχε ήδη αποφασίσει από τον Σεπτέμβριο του 1943 την αποστολή βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.
Καθώς το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κυριαρχούσε σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα, στις αρχές Οκτωβρίου ο Παπανδρέου ανησυχούσε, όπως εκμυστηρεύτηκε στον Κωνσταντίνο Τσάτσο, πως «αν πληροφορούνταν οι ελασίτες ότι φθάναμε στην Αθήνα σχεδόν γυμνοί, μπορούσαν να κάνουν ένα γιουρούσι και να κυριαρχήσουν στην πρωτεύουσα». Γι’ αυτό, στις 8 Οκτωβρίου, διεμήνυσε στους Βρετανούς να σπεύσουν ενόσω παρέμεναν ακόμη Γερμανοί στρατιώτες σε ελληνικό έδαφος: διαφορετικά, «θα ήταν δύσκολο να εξηγήσουμε τους λόγους της αποστολής βρετανικών στρατευμάτων μετά την πλήρη αποχώρηση του εχθρού». Ομως, «γιουρούσι» δεν έγινε και η κυβέρνηση Παπανδρέου έφθασε χωρίς κανένα εμπόδιο στην απελευθερωμένη Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 1944.
Προσηλωμένο ήδη από τις παραμονές της 4ης Αυγούστου στη θεωρία των σταδίων της επανάστασης και στη συγκρότηση λαϊκού μετώπου, το ΚΚΕ είχε αναβάλει επ’ αόριστον την προοπτική επαναστατικής ρήξης και αναζητούσε συμμάχους ακόμη και εντός του αστικού πολιτικού και κοινωνικού χώρου. Στην αναζήτηση αυτή, το ΕΑΜ λειτουργούσε νομιμοποιητικά για το ΚΚΕ, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ανάδυσης ενός πλειοψηφικού πολιτικού και κοινωνικού ρεύματος που θα διεκδικούσε την εξουσία μέσω της εκλογικής διαδικασίας. Στις 19 Οκτωβρίου, η κομματική ηγεσία έκανε αυστηρές συστάσεις σε κομματικά μέλη που αδημονούσαν για την έλευση της «Λαϊκής Δημοκρατίας» και την «κατάληψη» της εξουσίας: οι εν λόγω απόψεις ήταν «έξω από το πλαίσιο της πολιτικής του ΕΑΜ» και «δυσκολεύουν το αγκάλιασμα καινούργιων στρωμάτων» σε έναν αγώνα «εθνικοαπελευθερωτικό» για την «εξασφάλιση της τάξης και της ομαλής πολιτικής ζωής». Τον Νοέμβριο εστάλησαν οδηγίες στις κομματικές οργανώσεις να συνεργαστούν με τους συμμάχους και να αναλάβουν συντονισμένη προσπάθεια προσέγγισης των μεσαίων στρωμάτων.
«Ναίδες» ή στο «άγριο θηρίο»;
Εν τούτοις, οι δύο διεκδικητές της εξουσίας είχαν αυτοεγκλωβιστεί σε πολιτικές εκχώρησης. Στο όνομα της ομαλής μετάβασης, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν εκχωρήσει στη νομιμοφάνεια της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής και κοινωνικής ισχύος που διέθεταν κατά την απελευθέρωση. Ο αυτοεγκλωβισμός του αστικού κόσμου ήταν επίσης συνειδητός αλλά περισσότερο επωφελής για τον ίδιο. Η λογική του κόσμου αυτού, κατά τον Σεφέρη, ήταν «μονοκόμματη και απελπιστική» – είτε «οι Αγγλοι θα μας προστατέψουν» είτε «οι Ρώσοι θα μας φάνε»: «Θα είμαστε είτε ναίδες είτε μπουκιά στο στόμα ενός άγριου θηρίου. […] Καθαρά ψυχολογία πανικού τελειωμένων ανθρώπων».
Επιδιώκοντας την εξουδετέρωση του ΕΑΜ, στα τέλη Νοεμβρίου οι Βρετανοί κατηγόρησαν τον Παπανδρέου για «δειλία και αβουλία» έναντι του ΚΚΕ, καθώς στις διαπραγματεύσεις για την αποστράτευση των ενόπλων σχηματισμών και τη δημιουργία εθνικού στρατού συνέκλιναν οι ανταγωνισμοί για το σύνολο των εξουσιών. Για τον Παπανδρέου προείχε η εξουδετέρωση του ΕΑΜ με πολιτικά μέσα, αλλά και με στρατιωτικά εάν αυτό καθίστατο αναγκαίο. Ο αυτοεγκλωβισμός φάνηκε τον Νοέμβριο 1944, όταν προσπάθησε να ελιχθεί και να επιτύχει πολιτικό συμβιβασμό, ενώ τρεις μήνες νωρίτερα είχε ζητήσει βρετανική ένοπλη βοήθεια για τη διάλυση του ΕΛΑΣ.
Από τους πρώτους νεκρούς στη Συμφωνία της Βάρκιζας
Μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων για την αποστράτευση και την προσπάθεια του Παπανδρέου να επιρρίψει τις ευθύνες στην Αριστερά, την 1η Δεκεμβρίου το ΕΑΜ ζήτησε γενική αποστράτευση? την επομένη παραιτήθηκαν από την κυβέρνηση οι εαμικοί υπουργοί και αναγγέλθηκε διαδήλωση για τις 3 Δεκεμβρίου. Στις 11 το πρωί της Κυριακής, 3 Δεκεμβρίου 1944, όταν η κεφαλή της ειρηνικής διαδήλωσης έφτασε μπροστά από τις ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις που βρίσκονταν παρατεταγμένες στο Αρχηγείο της Αστυνομίας, στη γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Βασιλίσσης Σοφίας, απέναντι από το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας, η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά των διαδηλωτών. Νεκροί έπεσαν τουλάχιστον δεκαπέντε.
Στις 4 Δεκεμβρίου, μονάδες του εφεδρικού ΕΛΑΣ επιτέθηκαν σε αστυνομικά τμήματα, αλλά απέφυγαν να συγκρουστούν με τις βρετανικές δυνάμεις. Οι στρατιωτικές ενέργειες του ΕΛΑΣ στην αρχή των Δεκεμβριανών ήταν περιορισμένες και αποσκοπούσαν στην αντικατάσταση του Παπανδρέου. Η προοπτική αυτή φάνηκε εφικτή στις 4 - 5 Δεκεμβρίου, όταν αυτός υπέβαλε την παραίτησή του και όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα συμφώνησαν στην ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον 84χρονο αρχηγό του Κόμματος Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη. Η λύση απετράπη από τον Τσώρτσιλ, ο οποίος τηλεγράφησε στον Βρετανό πρέσβη «να εξαναγκάσει τον Παπανδρέου να πράξει το καθήκον του. Εάν υποβάλει την παραίτησή του, θα πρέπει να κλειδωθεί σε ένα δωμάτιο ώσπου να ξαναβρεί τα λογικά του». Με στόχο τη στρατιωτική συντριβή του αντιπάλου, το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου, ο βρετανικός στρατός άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του ΕΛΑΣ, ενώ η βρετανική κυβέρνηση απέρριπτε τις προτάσεις του ΕΑΜ για ειρήνευση (αντιβασιλεία, γενική αποστράτευση, νέα κυβέρνηση και διεθνή επιτροπή για τη διερεύνηση των αιτίων της σύγκρουσης).
Στην αρχή των Δεκεμβριανών, ο ΕΛΑΣ υπερίσχυε των αντιπάλων του λόγω της αριθμητικής υπεροχής του. Οι Βρετανοί εισηγήθηκαν τη χρησιμοποίηση των Ταγμάτων Ασφαλείας εναντίον του ΕΛΑΣ, και η κυβέρνηση Παπανδρέου ενέδωσε, προκαλώντας την μήνιν του ΕΑΜ. Σύντομα από την Ιταλία άρχισαν να φθάνουν ενισχύσεις που τελικά ανέβασαν τον αριθμό των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα σε 80.000 - 90.000, αναγκάζοντας μετά τα μέσα Δεκεμβρίου τον ΕΛΑΣ να περιοριστεί σε αμυντικές ενέργειες.
Στις 3 Ιανουαρίου 1945, σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, ο οποίος είχε ήδη αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης. Την ημέρα των Χριστουγέννων, ο Μιχάλης Κύρκος του είχε ζητήσει να αναλάβει πρωτοβουλία για συμβιβαστική λύση. Η απάντηση του Πλαστήρα ήταν ότι «δεν θ’ αφήσω ’γω τον Θανάση τον Κλάρα να σφάξει την Ελλάδα»: οι εαμίτες και οι ελασίτες «είναι κοινοί δολοφόνοι», «πίνουν αίμα» και «πρέπει να εξοντωθούν μέχρις ενός για να ησυχάσουμε όσοι απομείνουμε». Στις 4 - 5 Ιανουαρίου, ο ΕΛΑΣ υποχώρησε από την Αθήνα, λίγες ημέρες αργότερα συμφωνήθηκε ανακωχή, και τον Φεβρουάριο του 1945 υπογράφτηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας. Οσοι απέμειναν δεν «ησύχασαν» για μερικά χρόνια ακόμη.
Εγκλωβισμός της ιστορικής έρευνας
Στις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου, ενώ οι συγκρούσεις είχαν ξεσπάσει στην Αθήνα, εκ μέρους της ηγεσίας του ΚΚΕ ο Πέτρος Ρούσος εξήγησε σε αξιωματούχους του Κ.Κ. Βουλγαρίας ότι το κόμμα του, γνωρίζοντας ότι δεν θα λάμβανε εξωτερική βοήθεια, «ήταν έτοιμο για όλους τους συμβιβασμούς, όλες τις παραχωρήσεις, που θα συνοδεύονταν όμως από ένα ελάχιστο εγγυήσεων για το κίνημά μας. Αλλά η θέση του Παπανδρέου ήταν σαφής, δεν θα υπήρχαν τέτοιες εγγυήσεις»: «ο άλλος δρόμος που είχαμε ήταν να υπερασπιστούμε τις θέσεις μας. Ηταν δύσκολος αλλά το κόμμα τον βρήκε σωστό». Τα Δεκεμβριανά ήταν αντίσταση στην αυθαιρεσία των Βρετανών και του Παπανδρέου, η οποία, κατά τον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα, συνίστατο στη «μεταχείριση» των Ελλήνων από τους Βρετανούς «σαν να ήταν ιθαγενείς της Βρετανικής Αυτοκρατορίας».
Πολιτικά διακυβεύματα, ιστοριογραφικές μόδες και διακυμάνσεις στο ακαδημαϊκό χρηματιστήριο έχουν συμβάλει στον εγκλωβισμό της μελέτης των Δεκεμβριανών, αλλά και της δεκαετίας του ’40, στην αντιπαράθεση μεταξύ ενός ηρωικού αφηγήματος και μιας αντίληψης ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ στα χρόνια εκείνα ήταν τρομοκρατικές οργανώσεις. Το ΕΑΜ, ως εκδοχή και όχημα νεωτερικότητας, παραμένει στα αζήτητα ενός ερευνητικού χώρου που ρέπει προς τον κατακερματισμό και την καταμέτρηση πτωμάτων: από τις συλλήψεις και τις συνοπτικές εκτελέσεις που διέπραξαν και οι δύο πλευρές στα Δεκεμβριανά, εκείνες που συντηρήθηκαν στη μνήμη και χρησιμοποιήθηκαν για τον πολιτικό αποκλεισμό του ΕΑΜ μετά τη Βάρκιζα ήταν οι υπερβάσεις και οι αντεκδικήσεις της ΟΠΛΑ και του ΕΛΑΣ και, κυρίως, η απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ για τη σύλληψη ομήρων.

* Ο κ. Θανάσης Δ. Σφήκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς και Ελληνικής Ιστορίας του 20ου αιώνα στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.