Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Πολύ καλό ιστορικό άρθρο για τον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο το 1948


Ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος
64 χρόνια πριν
Λίγες ώρες μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, στρατιωτικές δυνάμεις
πέντε αραβικών χωρών εισέβαλαν στα εδάφη του
Του Μανολη Kουμα*
(Πηγή: http://news.kathimerini.gr/)
Στις 14 Μαΐου 1948, ο Δαβίδ Μπεν Γκουριόν έγραφε στο ημερολόγιό του: «Στις τέσσερις το απόγευμα ανακηρύχθηκε η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.
Η μοίρα του βρίσκεται πλέον στα χέρια των Ενόπλων Δυνάμεων». Το ίδιο βράδυ, ο μετέπειτα πρωθυπουργός του Ισραήλ μετέβη στο αρχηγείο του ισραηλινού στρατού στο Τελ Αβίβ. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Μαΐου οι στρατοί πέντε αραβικών κρατών, της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, του Ιράκ, της Συρίας και του Λιβάνου, εισέβαλαν στο Ισραήλ. Ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος είχε μόλις ξεκινήσει...
Η παγκόσμια κοινή γνώμη αιφνιδιάστηκε από τη συντονισμένη επίθεση εναντίον ενός νεοσύστατου μέλους της διεθνούς κοινότητας, όχι όμως από αυτήν καθαυτή την αραβοϊσραηλινή σύγκρουση. Ηδη, τους προηγούμενους μήνες ήταν σε εξέλιξη ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στην αραβική και την ισραηλινή κοινότητα της Παλαιστίνης, περιοχής που αποτελούσε έως και τις 14 Μαΐου 1948 έδαφος υπό βρετανική εντολή. Μια σύγκρουση, όμως, στην οποία μετείχαν όχι δύο κοινότητες, αλλά έξι κυρίαρχα κράτη, απειλούσε να μεταβάλει δραματικά την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Και δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να είναι διαφορετικά, δεδομένου ότι διακηρυγμένος στόχος της αραβικής ηγεσίας ήταν να μην εφαρμοσθεί η απόφαση του ΟΗΕ της 29ης Νοεμβρίου 1947, που προέβλεπε τη σύσταση δύο κρατών στην περιοχή της Παλαιστίνης: ενός αραβικού και ενός εβραϊκού.
Ο διχασμός οδήγησε τους Αραβες σε ήττα
Οπωσδήποτε, σε πείσμα στερεότυπων ιστοριογραφικών αντιλήψεων που κάνουν λόγο για το αδιαίρετο και συμπαγές μέτωπο του αραβικού συνασπισμού, σύγχρονες μελέτες συγκλίνουν στην άποψη ότι μείζων στόχος των πέντε κρατών δεν ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή του Ισραήλ, αλλά η επέκταση της επιρροής τους στα εδάφη που προορίζονταν για τη δημιουργία του παλαιστινιακού κράτους. Ιδιαίτερα, η φιλοδοξία του βασιλιά της Ιορδανίας Αμπντουλάχ να ηγηθεί της «Μεγάλης Συρίας», οντότητας που θα περιελάμβανε την Ιορδανία, τη Συρία, τον Λίβανο και παλαιστινιακά εδάφη, προκαλούσε την έντονη δυσαρέσκεια των υπολοίπων Αράβων ηγετών - ακόμα και του βασιλιά της Αιγύπτου Φαρούκ, που δεν μπορούσε να ανεχθεί την ανάδειξη μιας ανταγωνιστικής δύναμης στον αραβικό κόσμο. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο συντονισμός της δράσης των αραβικών στρατιωτικών δυνάμεων, που ούτως ή άλλως υστερούσαν αριθμητικά των ισραηλινών -περίπου 25.000 έναντι 35.000- καθίστατο εξ αρχής προβληματικός.
Παρ’ όλα αυτά, τις πρώτες εβδομάδες μετά την εισβολή οι Αραβες κατήγαγαν σημαντικές επιτυχίες στο πεδίο των μαχών, φέρνοντας τον ισραηλινό στρατό στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Στο σημείο αυτό καθοριστική για την τελική έκβαση του πολέμου αποδείχτηκε η παρέμβαση του ΟΗΕ, που στις 11 Ιουνίου «έπεισε» τους εμπολέμους να κηρύξουν εκεχειρία για διάστημα τεσσάρων εβδομάδων. Ο κόμης Φόλκε Μπερναντότε, ειδικός μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών, σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της ειρήνης στην περιοχή, υπέβαλε σχέδιο με το οποίο εισηγείτο τη διαίρεση της Παλαιστίνης ανάμεσα στο Ισραήλ και την Ιορδανία - πρόταση που απερρίφθη από τα αντίπαλα στρατόπεδα. Στο μεταξύ, όμως, η ισραηλινή ηγεσία, αξιοποιώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την περίοδο της εκεχειρίας, προχώρησε σε εντυπωσιακή ανασύνταξη των δυνάμεών της και, παρά το εμπάργκο που είχε επιβάλει ο ΟΗΕ, προέβη στην προμήθεια πολεμικού υλικού από κράτη του ανατολικού συνασπισμού. Ετσι, όταν στις 8 Ιουλίου επανελήφθησαν οι συγκρούσεις, ο ισραηλινός στρατός, που πλέον ήταν σε θέση να αντιπαρατάξει 65.000 άνδρες, κατάφερε να αντεπιτεθεί και να κερδίσει το χαμένο έδαφος. Εως τις 18 Ιουλίου, όταν και πάλι με πρωτοβουλία του ΟΗΕ τα δύο μέρη συμφώνησαν σε νέα αναστολή των εχθροπραξιών, οι Ισραηλινοί είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους παλαιστινιακά εδάφη και εκτός των ορίων του εβραϊκού κράτους. Ηταν πλέον σαφές ότι η πρωτοβουλία των κινήσεων είχε περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις ανάμεσα στα αραβικά κράτη παρέμεναν τεταμένες. Ο βασιλιάς Αμπντουλάχ, έχοντας εξασφαλίσει τον έλεγχο των εδαφών δυτικά του ποταμού Ιορδάνη, επεδίωκε τον τερματισμό του πολέμου μέσω απευθείας επαφών με το Ισραήλ. Προκειμένου να παρεμποδίσουν την υλοποίηση των σχεδίων του Ιορδανού ηγέτη, τα υπόλοιπα αραβικά κράτη προχώρησαν, τον Σεπτέμβριο του 1948, στην εγκαθίδρυση μιας «παλαιστινιακής κυβέρνησης» με έδρα τη Γάζα. Αναμφίβολα, η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπούσε και στον συντονισμό της πολεμικής προσπάθειας του αραβικού κόσμου. Ωστόσο, τα περιορισμένα μέσα που διέθετε η νέα κυβέρνηση, η πλήρης εξάρτησή της από το Κάιρο, και κυρίως τα συγκρουόμενα συμφέροντα Ιορδανίας-Αιγύπτου μοιραία καταδίκασαν το όλο εγχείρημα σε αποτυχία. Εκμεταλλευόμενο τη διαίρεση του αραβικού συνασπισμού και απαλλαγμένο από την πίεση διεξαγωγής ενός πολυμέτωπου αγώνα, το Ισραήλ έκρινε ότι μπορούσε τώρα να επιλέξει εκείνο τον χρόνο και το σημείο της επίθεσης. Πράγματι, όταν στα μέσα Οκτωβρίου επανελήφθησαν οι εχθροπραξίες και τα ισραηλινά στρατεύματα στράφηκαν εναντίον της Αιγύπτου, το Αμμάν δεν επενέβη, τηρώντας ουδέτερη στάση. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μόνο έκπληξη δεν θα πρέπει να προξενεί το γεγονός ότι έως τα τέλη Δεκεμβρίου, η επικράτηση του Ισραήλ ήταν ολοκληρωτική: η έρημος του Νεγκέβ, στα νότια, και η περιοχή της Γαλιλαίας, στον Βορρά, είχαν τεθεί υπό τον πλήρη έλεγχο του ισραηλινού στρατού, που πλέον είχε περάσει τα σύνορα με τον Λίβανο και είχε μεταφέρει το μέτωπο των επιχειρήσεων σε εχθρικό έδαφος.
Συν και πλην της συμφωνίας ανακωχής
Στις 13 Ιανουαρίου 1949, και ενώ ήταν σαφές ότι τα πέντε αραβικά κράτη δεν μπορούσαν να επικρατήσουν στρατιωτικά του Ισραήλ, ξεκίνησαν στη Ρόδο διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών για την υπογραφή ανακωχής. Τελικά, η συνομολόγηση, έως και τις 20 Ιουλίου, τεσσάρων διμερών συμφώνων, ανάμεσα στο Ισραήλ από τη μία πλευρά και, διαδοχικά, την Αίγυπτο, τον Λίβανο, την Ιορδανία και τη Συρία, από την άλλη, σήμανε το τέλος του πρώτου αραβοϊσραηλινού πολέμου. Η διαμόρφωση του νέου εδαφικού καθεστώτος στη Μέση Ανατολή υπήρξε απόρροια μιας αδήριτης στρατιωτικής πραγματικότητας: το Ισραήλ προσάρτησε εδάφη πέραν εκείνων που ορίζονταν στο σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών του 1947, καθώς και τη μισή Ιερουσαλήμ, ενώ η Αίγυπτος και η Ιορδανία επεκτάθηκαν στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Οχθη αντίστοιχα. Εως τα τέλη του 1948, περίπου 750.000 Παλαιστίνιοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους και έγιναν πρόσφυγες. Το παλαιστινιακό κράτος, που προέβλεπε η απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1947, ουδέποτε εμφανίστηκε στον χάρτη της Μέσης Ανατολής...
Η ήττα του 1948-49 προκάλεσε την έντονη απογοήτευση, αλλά και την οργή του αραβικού κόσμου, που θεώρησε ότι η Δύση –και ιδιαίτερα η Βρετανία– είχε στηρίξει ενεργά το Ισραήλ. Αν και η σύγχρονη έρευνα έχει δείξει ότι η κυβέρνηση του Κλήμεντ Αττλη προσπάθησε να τηρήσει αποστάσεις από την αραβοϊσραηλινή διαμάχη, η περί του αντιθέτου πεποίθηση των Αράβων τροφοδότησε ένα έντονο αντιβρετανικό αίσθημα, που με τη σειρά του διευκόλυνε τη ριζοσπαστικοποίηση του αραβικού εθνικισμού. Τα επόμενα χρόνια, το Λονδίνο, αδυνατώντας να διατηρήσει ισχυρά ερείσματα στη Μέση Ανατολή, θα συμβιβαζόταν με μια δραματική μείωση της ισχύος του στην περιοχή – μια εξέλιξη που θα επηρέαζε καθοριστικά και τη βρετανική πολιτική έναντι της Κύπρου.
Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ, πολεμώντας για την ίδια την ύπαρξή του, είχε καταφέρει να αποκρούσει τη συντονισμένη επίθεση πέντε αραβικών κρατών και να επεκταθεί εδαφικά· απέτυχε, όμως, να κερδίσει αυτό που, ως νέο μέλος της διεθνούς κοινότητας, χρειαζόταν περισσότερο: την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων με τα γειτονικά του κράτη. Η επίθεση της 15ης Μαΐου 1948 δημιούργησε στο Ισραήλ ένα «σύνδρομο περικύκλωσης», το οποίο ενίσχυσαν με τη στάση τους οι αραβικές χώρες, που όχι μόνον αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν το νέο κράτος, αλλά διακήρυξαν και την απόφασή τους να το καταστρέψουν. Ακόμα κι έτσι, ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη των Εβραίων ως «ο πόλεμος της ανεξαρτησίας». Για τους Παλαιστινίους, όμως, η 15η Μαΐου εξακολουθεί να είναι «η μέρα της καταστροφής»...

* Ο κ. Μανόλης Κούμας διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.