Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Εξαιρετικός Στ. Κασιμάτης για το πραγματικό πρόβλημα με τη μετανάστευση


Το πραγματικό πρόβλημα
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
Π​​ριν από δύο εβδομάδες, είχα αναπτύξει εδώ την απαισιόδοξη άποψη ότι το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ευρώπη δεν μπορεί να ανακοπεί τελείως, επειδή ο μόνος τρόπος για να γίνει κάτι τέτοιο θα ήταν να διεξαγάγει πόλεμο η Ευρώπη: πόλεμο είτε στη Συρία κατά του Ισλαμικού Κράτους και του Ασαντ είτε στα σύνορά της κατά των ίδιων των μεταναστών. Η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα, κατέληγε η ανάλυση, ήταν ο έλεγχος των συνόρων (να ξέρουμε τουλάχιστον ποιος μπαίνει) και η ανάπτυξη μιας, ει δυνατόν, συντονισμένης ευρωπαϊκής πολιτικής για την ενσωμάτωση των προσφύγων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Μακροπρόθεσμα, είναι η προσπάθεια ενσωμάτωσης εκείνο που έχει σημασία, διότι το πρόβλημα για την Ευρώπη δεν είναι το ρεύμα της μετανάστευσης γενικώς και αορίστως, είναι τα πιστεύω και η αντίληψη που έχουν για τον κόσμο οι περισσότεροι από αυτούς που θέλουν να έλθουν και να ζήσουν στην Ευρώπη.
Προσφάτως, πάλι στην «Κ» είχε δημοσιευθεί άρθρο του Θ. Γεωργακόπουλου, στο οποίο παρουσίαζε τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη απορρόφησε ένα άλλο, μικρότερο ρεύμα προσφύγων, μετά την επέμβαση του σοβιετικού στρατού στην Ουγγαρία, το 1956. Δεν θα μπορούσαν κατά παρόμοιο τρόπο να απορροφηθούν και οι σημερινοί μετανάστες; Ηταν το ερώτημα που έθετε ο αρθρογράφος και η απάντηση που μπορώ να δώσω εγώ είναι «όχι». Διότι η ειδοποιός διαφορά είναι ότι εκείνοι που έφευγαν τότε από την Ουγγαρία ήσαν Ευρωπαίοι: είχαν πίσω τους την κουλτούρα της Αυστροουγγαρίας και πριν από αυτήν της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Εθνους. Εφευγαν από την ευρωπαϊκή χώρα τους για να γλιτώσουν από τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό. Εφευγαν, με άλλα λόγια, επειδή ήθελαν να παραμείνουν Ευρωπαίοι. Οι σημερινοί πρόσφυγες δεν νομίζω ότι έρχονται επειδή θέλουν να γίνουν Ευρωπαίοι, αλλά επειδή δεν έχουν πού αλλού να πάνε. Το ερώτημα, λοιπόν, για την Ευρώπη είναι τι θα κάνει με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, εξ ου και η εμμονή μου στην ενσωμάτωση.
Είναι μια αυταπάτη των αριστερών και των φιλελευθέρων ότι το Ισλάμ μπορεί από μόνο του να συνυπάρξει αρμονικά με τον τρόπο ζωής που έχουμε στην Ευρώπη. Το δείχνει η αποτυχία του πολυπολιτισμικού μοντέλου, αλλά μας προειδοποιεί κιόλας γι’ αυτό η ιστορία του Ισλάμ, με την οποία δεν είμαστε ιδιαιτέρως εξοικειωμένοι. Το Ισλάμ ξεκίνησε, όπως και κάθε άλλη θρησκεία, από την ανάγκη για μια δίκαια κοινωνία. Αυτό που το διαφοροποιεί, όμως, είναι ότι σε μεγάλο βαθμό εν σχέσει με άλλες θρησκείες, η αλήθεια του βιώνεται σε τούτο τον κόσμο (όχι στον επόμενο) και, συγκεκριμένα, στη μορφή που παίρνει η κοινωνία. Πολιτική και θρησκεία στο Ισλάμ σχεδόν ταυτίζονται: «Οι μουσουλμάνοι αναζητούν τον Θεό στην Ιστορία», για να χρησιμοποιήσω τη φράση της ιστορικού Κ. Αμστρονγκ. Αν, λ.χ., η άρχουσα τάξη είναι καταπιεστική και άδικη, αν η ισλαμική κοινωνία ταπεινώνεται από αλλόθρησκους, ο μουσουλμάνος αντιλαμβάνεται τα δεινά του ως θρησκευτικό ζήτημα και τα αποδίδει στην απομάκρυνση της κοινωνίας από τα ιδεώδη του Κορανίου. Γι’ αυτό ανέκαθεν υπήρχε ένταση μεταξύ κράτους και θρησκείας σε όλη την ιστορία του Ισλάμ.
Ομως, δεν ήταν πάντα έτσι το Ισλάμ ή, τέλος πάντων, δεν ήταν μόνον αυτό. Πράγματι, το Ισλάμ είχε σπουδαία πνευματική παράδοση μέχρι να εισβάλουν στη σκηνή της ιστορίας οι Μογγόλοι του Τζένγκις Χαν. Είχε τη φιλοσοφική παράδοση της Φαλσάφα (από το ελληνικό «φιλοσοφία»), είχε την παράδοση του μυστικισμού των Σούφι, που οι αναζητήσεις τους έφθαναν μέχρι τον ντεϊσμό των Διαφωτιστών, είχε επίσης αξιόλογη νομική παράδοση που ενθάρρυνε τη δημιουργική ερμηνεία των κανόνων του Κορανίου. Ολα αυτά όμως τα ισοπέδωσε η Χρυσή Ορδή. Η σχεδόν ολοσχερής καταστροφή που προκάλεσαν οι εισβολές των Μογγόλων προκάλεσαν επίσης την εσωστρέφεια που χαρακτηρίζει έκτοτε το Ισλάμ.
Το χάσμα διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο, επειδή, την εποχή ακριβώς που το Ισλάμ κλεινόταν στον εαυτό του, ξεκινούσε η άνοδος της Ευρώπης και γενικότερα της Δύσης. Ο Διαφωτισμός συνέπεσε (και δεν ήταν τυχαίο) με μια νέα μορφή οικονομίας, που δεν βασιζόταν πια στο πλεόνασμα της γεωργικής παραγωγής, αλλά στην επένδυση κεφαλαίου, στην καινοτομία και στην τεχνολογική εξέλιξη. Ακολούθησε η περίοδος της αποικιοκρατίας, που απομάκρυνε ακόμη περισσότερο το Ισλάμ από τη Δύση και έκανε ακόμη δυσκολότερες τις προσπάθειες, κατά τον 20ό αιώνα, για τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό των ισλαμικών κοινωνιών. Να, λοιπόν, γιατί όσοι μιλούν εύκολα για την ανάγκη μιας «μεταρρύθμισης» του Ισλάμ (ακούστηκε πολύ, μετά την επίθεση στο Μπατακλάν) στην πραγματικότητα δεν ξέρουν για τι μιλούν. Απόσταση πεντακοσίων χρόνων δεν καλύπτεται επειδή κάποιοι καλοί άνθρωποι με καλές προθέσεις κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και παίρνουν την απόφαση να την καλύψουν.
Η Ευρώπη έγινε Ευρώπη, απέκτησε δηλαδή τον ενιαίο χαρακτήρα της πολιτισμικά, χάρη στον Χριστιανισμό. Αν όμως εξελίχθηκε σε παγκόσμια δύναμη, αυτό οφείλεται στο ότι επίσης τον ξεπέρασε. Βεβαίως, ο Χριστιανισμός παραμένει από τα κύρια στοιχεία του χαρακτήρα της Ευρώπης και όχι μόνο ως προς το ηθικό υπόβαθρο του πολιτισμού της. Σκεφθείτε, λ.χ., ότι ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής τέχνης θα ήταν ακατανόητο χωρίς στοιχειώδη γνώση του Χριστιανισμού. Ωστόσο, η θρησκεία στην Ευρώπη είναι πια προσωπική υπόθεση του κάθε Ευρωπαίου και δεν καθορίζει τον δημόσιο βίο. (Η Ελλάδα, ως ιδιάζουσα περίπτωση, εξαιρείται...)
Η ενσωμάτωση μουσουλμάνων στη σημερινή Ευρώπη είναι δυνατή, αλλά προϋποθέτει τον αναστοχασμό και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ταυτότητας πάνω ακριβώς σε αυτά που τη διαφοροποιούν από το Ισλάμ: δημοκρατία, πλουραλισμό, ατομικά δικαιώματα, ανεκτικότητα. Εχουμε δρόμο, όμως, ώσπου να φθάσουμε εκεί. Προς το παρόν, πρέπει να δούμε πώς η απορρόφηση των προσφύγων –χωρίς μάλιστα να ξέρουμε τι θα τους κάνουμε– δεν θα διαλύσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο...