Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Ο Στ. Κασιμάτης ζητά μία χιτζάμπ για την κυρία Φωτίου


Μία χιτζάμπ για την κυρία Φωτίου
Στέφανος Κασιμάτης 
«Τα γκαζάκια δεν είναι πολιτική απάντηση, αλλά ο Αδωνις έχει προκαλέσει τον ελληνικό λαό». Το είπε η περιβόητη πια κυρία Φωτίου του ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στο γραφείο του Γεωργιάδη. (Το «κυρία» νοείται εδώ όπως το λέγαμε κάποτε για τις δασκάλες...). Ως γνήσια εξουσιομανής της Αριστεράς, το είπε μάλιστα εξ ονόματος του ελληνικού λαού - προφανώς ολόκληρου, ειδάλλως δεν θα είχε νόημα να τον επικαλεστεί.
Πώς αποδίδεται σε κανονικά ελληνικά η θέση της κυρίας Φωτίου; Οτι τα γκαζάκια είναι μια απάντηση στον εχθρό του λαού, αλλά δεν είναι η σωστή απάντηση, δηλαδή η πολιτική απάντηση. Με άλλα λόγια, επικροτεί την επιλογή του στόχου της οργής, ενδεχομένως συμφωνεί και με τα επιχειρήματα που στρέφονται εναντίον του συγκεκριμένου στόχου, αλλά διαφωνεί με τα μέσα που χρησιμοποιούνται εναντίον του.
Από τη συγκεκριμένη γωνία, λοιπόν, σε τίποτε δεν διαφέρει η κυρία Φωτίου από τους μουλάδες, οι οποίοι δεν συμφωνούν με τη δολοφονία των δημοσιογράφων του Charlie Hebdo, αλλά τονίζουν ότι δεν είναι σωστό να απεικονίζεις τον προφήτη Μωάμεθ, διότι το απαγορεύει η θρησκεία τους. Αααα!!!
Ετσι και οι δύο αυτοί -κυρία Φωτίου και μουλάδες- αποφεύγουν να απαντήσουν στην ουσία του θέματος. Βρίσκονται και από εδώ και από εκεί, χωρίς ποτέ να ξέρει κανείς πόσο από εδώ και πόσο από εκεί. Η αιτία της ταύτισης μουλάδων και κυρίας Φωτίου οφείλεται στο ότι και οι δύο έχουν ανάλογες (αλλά όχι ταυτόσημες) αντιλήψεις για την ελευθερία.
Για τους μουλάδες, ζήτημα ελευθερίας δεν τίθεται - δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο στον κόσμο του Ισλάμ. Η δε επιρροή της θρησκείας τους στη μορφή και την οργάνωση των κοινωνιών είναι πολύ μεγαλύτερη και εμφανέστερη στον μουσουλμανικό κόσμο. Στον κόσμο, όμως, που ξεκίνησε ως χριστιανικός κάπου στο 1.000 μ.Χ., για να εξελιχθεί μες στους αιώνες σε αυτό που λέμε σήμερα ευρωπαϊκό πολιτισμό ή Δύση, η μορφή και οι κανόνες που διέπουν τη ζωή των οργανωμένων κοινωνιών καθορίζονται από ένα συμψηφισμό αξιών και κριτηρίων, ένα από τα οποία -μόνον ένα- είναι αυτό της θρησκείας. Αυτή η διαφορά, κατά το είδος και τον βαθμό της θρησκευτικότητας, μεταξύ Δύσης και Ισλάμ, είναι ένα κρίσιμο στοιχείο. (Ας το έχουμε υπ’ όψιν, διότι δυστυχώς αυτή η υπόθεση έχει μέλλον...).
Για την κυρία Φωτίου και την Αριστερά της, η ελευθερία είναι το παν. Γι’ αυτήν τα κάνουν όλα: αγωνίζονται, ματώνουν, θυσιάζονται. Ποια ελευθερία όμως; Οχι μια εξελισσόμενη ελευθερία μέσα στη σφαίρα του εφικτού, όπως ορίζεται από το ιστορικό γίγνεσθαι, αλλά μία ελευθερία ουτοπική και εγγυημένη, πλην νοούμενη με τους δικούς τους όρους και, φυσικά, μελλοντική. Στην πραγματικότητα, η προσέγγιση της κυρίας Φωτίου στο ζήτημα της ελευθερίας είναι θρησκευτική, πασπαλισμένη απλώς με κάποια ψευδοεπιστημονική μαρξιστική μπουρδολογία. Συνεπώς, να της ευχηθώ κατάταξη, με το καλό, στους αγίους, με τον Παΐσιο και, γιατί όχι, τον Χριστόδουλο; Ή να παραγγείλουμε μια χιτζάμπ, που οπωσδήποτε θα την κολακεύει;
Στον «ναό της Δημοκρατίας»
Δεν θα προσδιορίσω ημέρα, ώρα και τα σχετικά, διότι η πρόθεσή μου δεν είναι να θίξω συγκεκριμένα πρόσωπα ή να τους προκαλέσω προβλήματα. Ο σκοπός, για τον οποίο θα σας αφηγηθώ παρακάτω ένα αληθινό περιστατικό από την κάθε άλλο παρά περιπετειώδη καθημερινότητά μου, είναι για την ηδονή της μέθεξης με το υπέροχο ελληνικό παράλογο: ίσως τη σημαντικότερη συμβολή του Υπαρκτού Ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο.
Στη Βουλή σπανίως πηγαίνω, διότι κατά κανόνα εκεί συχνάζουν δύο είδη ανθρώπων που δεν συμπαθώ ιδιαιτέρως: πολιτικοί και δημοσιογράφοι. Τις προάλλες όμως, χρειάστηκε να πάω στη Βουλή και πήγα.
Στην πύλη της Βασ. Σοφίας, δεν δήλωσα δημοσιογράφος, ούτε και έδειξα δημοσιογραφική ταυτότητα. (Αυτή που έχω, της ΕΣΗΕΑ, δεν είναι να τη δείχνω: πάνω στη φάτσα μου έχω κολλήσει μία μικρή φωτογραφία του Λουί ντε Φινές...). Πέρασα τον έλεγχο, ο οποίος, ομολογουμένως, ήταν κανονικός έλεγχος, όπως σε αεροδρόμιο. Μου είπαν από ποια είσοδο έπρεπε να μπω στο κτίριο και πήγα εκεί. Εδειξα την ταυτότητά μου στον τυπικό και ευγενή αρμόδιο, ο οποίος μου την έδωσε πίσω και είπε: «Και τώρα θα πάτε στην άλλη είσοδο», στο σημείο αυτό έκανε μια ακαταλαβίστικη χειρονομία, που μάλλον είχε σκοπό να με κατευθύνει -αυτό υπέθεσα, χωρίς να είμαι απολύτως βέβαιος- και πρόσθεσε: «για να πάρετε από εκεί την είσοδο».
Ενα κύμα πνευματικής ηδονής με κατέκλυσε για λίγες στιγμές. Τι προνόμιο, τι ευτυχία! Να έχω μόλις περάσει μια «είσοδο» και να είμαι μέσα, αλλά να πηγαίνω σε μία άλλη «είσοδο», προκειμένου να πάρω «είσοδο» - από τον στρατό είχα να βρεθώ σε μια κατάσταση τόσο αυθεντικά παράλογη...
Πλησιάζοντας στην άλλη είσοδο, βλέπω ουρά τριών ατόμων να περιμένουν. Χωρίς να επιβραδύνω καθόλου τον βηματισμό μου, ακολούθησα τα κελεύσματα της κοινής λογικής του κανονικού κόσμου, αυτού που είχα αφήσει πίσω περνώντας την πύλη της Βουλής: «Σιγά μην αργήσω για να ικανοποιήσω το καπρίτσιο της γραφειοκρατίας!». Αυτό είπα μέσα μου και πήγα στη δουλειά μου χωρίς κάρτα εισόδου.
Οταν πια είχα τελειώσει τη δουλειά μου, έφυγα ανενόχλητος, αφού δεν είχα παραδώσει ταυτότητα για να πάρω είσοδο - και, βεβαίως, έφυγα σαν κύριος: χαιρέτησα ευγενώς υπαλλήλους και αστυνομικούς. Ημουν ένας Ελληνας που παρίστανε τον Ευρωπαίο, σε μια χώρα που τη λένε Ελλάδα και παριστάνει την Ευρώπη. Ημουν σχετικώς ευτυχής και, πάντως, σε απόλυτη αρμονία με το κοινωνικό περιβάλλον μου.
Υστερόγραφο. Υπάρχει και ένας τυπικός λόγος για τον οποίο γράφω αυτό το σημείωμα. Φαντάζομαι ότι ο υπολογιστής στην πύλη του περιβόλου της Βουλής θα συνδέεται με τους υπολογιστές των εισόδων του κτιρίου. Επομένως, στα στοιχεία επισκεπτών που καταγράφει το σύστημα, πρέπει να εμφανίζομαι να μπαίνω μεν στη Βουλή, αλλά να μη βγαίνω ποτέ. Αν ισχύει αυτό και κάποιος αρμόδιος το έχει παρατηρήσει, θέλω, κατ’ αρχάς, να τον ευχαριστήσω για την ανησυχία του περί το πρόσωπό μου και να τον βεβαιώσω ότι βγήκα από τη Βουλή και έκτοτε συνεχίζω κανονικά τη ζωή μου...