Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Ιστορικό άρθρο για την ίδρυση της ΕΟΚ


Η ίδρυση της ΕΟΚ
ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΜΟΥΖΗ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Στις 25 Μαρτίου 1957, υπογράφηκαν στη Ρώμη οι Συνθήκες που δημιουργούσαν την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ).
Το γεγονός αυτό αποτέλεσε καμπή στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Λιγότερο από πέντε χρόνια μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης των Παρισίων που εγκαθίδρυσε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), και λιγότερο από τρία χρόνια μετά την αποτυχία της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (ΕΑΚ), τα έξι ιδρυτικά κράτη (Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Ιταλία και οι χώρες της Μπενελούξ) έκαναν ένα κρίσιμο βήμα για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. «Επανεκκίνηση της Ευρώπης» αποκλήθηκε η έντονη διπλωματική διεργασία που ξεκίνησε στη Μεσσήνη της Σικελίας την 1η Ιουνίου 1955, για να ακολουθήσουν οι διαβουλεύσεις των Εξι, υπό την προεδρία του Βέλγου υπουργού των Εξωτερικών, Πολ-Ανρί Σπάακ, κατά τη διακυβερνητική διάσκεψη που συνεκλήθη για να υλοποιήσει τα δύο παράλληλα σχέδια που αφορούσαν τη δημιουργία της Κοινής Αγοράς και της Ευρατόμ. Ο ραγδαίος χαρακτήρας αυτών των εξελίξεων εντυπωσιάζει ακόμη περισσότερο, εάν ληφθεί υπόψη ότι ο αρχικός στόχος των Εξι της ΕΚΑΧ στη Μεσσήνη ήταν ο διορισμός ενός νέου προέδρου της Ανώτατης Αρχής (της «Επιτροπής» της) μετά την παραίτηση του Ζαν Μονέ τον Νοέμβριο του 1954. Στο τέλος όμως, η Συνθήκη της Ρώμης, που δημιούργησε την ΕΟΚ, προέβλεπε τη δημιουργία μιας ευρύτερης Κοινής Αγοράς: μιας τελωνειακής ένωσης βασισμένης τόσο στην ελεύθερη διακίνηση αγαθών, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων (και σε κοινό εξωτερικό δασμολόγιο), όσο και στη μελλοντική υιοθέτηση κοινών πολιτικών, πρώτιστα στον τομέα της γεωργίας. Η Ευρατόμ, που κατοχύρωνε την ειρηνική χρήση της ατομικής ενέργειας, προέβλεπε μια ευρωπαϊκή κοινή αγορά και στο πεδίο αυτό.
Βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στο εγχείρημα
Η ιστοριογραφία για τις απαρχές της Συνθήκης της Ρώμης έχει αναπτυχθεί εντυπωσιακά κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά οι ιστορικοί και οι πολιτικοί επιστήμονες ακόμη διαφωνούν για διάφορα θέματα: τη σημασία των πολιτικών αποφάσεων σε σύγκριση με τις υπαγορεύσεις της οικονομικής πραγματικότητας· τον ρόλο των εξωτερικών παραγόντων, όπως οι ΗΠΑ και οι Βρετανία· και τον ρόλο των προσώπων που ανέλαβαν το εγχείρημα στο Παρίσι, την Βόννη, τη Ρώμη, τις Βρυξέλλες και τη Χάγη. Οπως ήταν φυσικό, σε μια πρώτη φάση η συζήτηση επηρεάστηκε έντονα από την πληθώρα των απομνημονευμάτων των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής. Αυτή η αρχική βιβλιογραφία επισήμανε, αν και σε πολλά σημεία μάλλον ασαφώς, τον ευρωπαϊσμό και την πολιτική δέσμευση των πρωταγωνιστών. Ετσι, τονίστηκε ιδιαίτερα η προεδρία του Σπάακ στις διασκέψεις (ο ενθουσιασμός του οδήγησε στον χαρακτηρισμό του ως «Mr. Europe»), αλλά και η παρασκηνιακή συμβολή του Ζαν Μονέ στη σύλληψη της ιδέας της Ευρατόμ (ως ενός νέου ενεργειακού σταδίου μετά την επιτυχημένη ΕΚΑΧ) και στην εξασφάλιση της πολιτικής υποστήριξης των ΗΠΑ.
Ιδεαλιστικές ερμηνείες
Εκείνες οι αρχικές εκτιμήσεις έτειναν να υπερτονίζουν τον θρίαμβο της πολιτικής βούλησης επί των τεχνικών δυσκολιών, σε μια διαδικασία θαυματουργής ανάκαμψης της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης μετά το πλήγμα της αποτυχίας της ΕΑΚ. Ωστόσο, παράλληλα μάλλον υποβάθμιζαν άλλους παράγοντες, όπως τα εθνικά συμφέροντα των εμπλεκομένων χωρών. Μια παρόμοια παράβλεψη της σημασίας του εθνικισμού ως στοιχείου της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι επίσης εμφανής στη νέο-λειτουργική θεωρία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Ο οικονομικός ιστορικός Αλαν Μίλγουορντ, στο κομβικής σημασίας βιβλίο του «European Rescue of the Nation State», αποστασιοποιήθηκε από παρόμοιες ιδεαλιστικές ερμηνείες, θεωρώντας ότι το εθνικό συμφέρον και οι διακυβερνητικές διαβουλεύσεις (και το «πάρε-δώσε» μεταξύ των Εξι) ήταν οι καθοριστικοί παράγοντες πίσω από τη γέννηση της ΕΟΚ. Στο σημείο αυτό, ο Μίλγουορντ απηχούσε το θεωρητικό έργο του Μοράβτσικ. Στη λεπτομερή πραγματολογική ανάλυσή του σχετικά με τις απαρχές της σύγχρονης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ο Μίλγουορντ συμπέρανε ότι η επανεκκίνηση της Ευρώπης το 1957 εδραζόταν πρώτιστα στον στόχο της φιλελευθεροποίησης του εμπορίου. Μετά τον πόλεμο, αρκετές χώρες, όπως η Ολλανδία, είχαν αποδυθεί σε ένα εγχείρημα οικονομικού εκσυγχρονισμού, βασισμένο στις αυξημένες εξαγωγές προς την Ευρώπη, ιδιαίτερα προς την αναπτυσσόμενη δυτικογερμανική αγορά. Με νωπές τις μνήμες της μεγάλης ύφεσης μετά το 1929, οι Ολλανδοί επιδίωκαν τη συγκρότηση ενός συστήματος που, αυτή τη φορά, δεν θα επέτρεπε την επάνοδο σε προστατευτικές πολιτικές, όπως αυτές που είχαν κυριαρχήσει στην Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 1930 και είχαν πλήξει την, προσανατολισμένη στις εξαγωγές, ολλανδική οικονομία.
Ολλανδική πρωτοβουλία
Επομένως, δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το ότι ήταν ο Γιόχαν Μπέγιεν, ο Ολλανδός υπουργός των Εξωτερικών, αυτός που επιζήτησε την επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής διαδικασίας και πρότεινε, πρώτα στους ομολόγους του της Μπενελούξ και κατόπιν στη Γαλλία και τη Δυτική Γερμανία, την ιδέα της τελωνειακής ένωσης. Το σχέδιο Μπέγιεν, με άλλα λόγια, αντικατόπτριζε μια γενικευμένη πεποίθηση μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, ότι το εμπόριο ήταν απαραίτητο για την ευημερία. Επιβεβαιώνοντας τον Μίλγουορντ, η Γαλλίδα ιστορικός Φρανς Λινς τονίζει ότι ακόμη και η Γαλλία, χώρα με βαθιά παράδοση προστατευτισμού, τελικά αποδέχθηκε τη Συνθήκη της Ρώμης επειδή προσέφερε μια «ελεγχόμενη φιλελευθεροποίηση»: δηλαδή μια τελωνειακή ένωση έξι μόνον χωρών, με ισχυρούς κοινούς εξωτερικούς δασμούς που θα προστάτευαν την αγορά από τον έξω κόσμο· ένα σύστημα, επιπλέον, που θα διατηρείτο υπό έλεγχο μέσω κοινών πολιτικών και εγγυήσεων.
Ικανοποιητική ισορροπία προς όφελος όλων
Οι ιστορικοί των διεθνών σχέσεων επιβεβαίωσαν τη σημασία του εθνικού συμφέροντος στη συγκρότηση της νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητας, αλλά παράλληλα τόνισαν ότι οι οικονομικοί υπολογισμοί είναι μόνον ένα μέρος μιας ευρύτερης εικόνας. Ετσι, έδωσαν έμφαση στο ευρύτερο πλαίσιο που καθόρισε τη δημιουργία της ΕΟΚ, λαμβάνοντας υπόψη, εκτός των οικονομικών δεδομένων, μια πρόσθετη σειρά παραμέτρων: τις κλιμακούμενες ψυχροπολεμικές εντάσεις (ειδικά μετά τη σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία), τη διαδικασία της αποαποικιοποίησης, τις συνέπειες της βρετανικής απόφασης για μη συμμετοχή στο νέο εγχείρημα (αλλά την ανάγκη να εξασφαλιστεί η βρετανική ευμενής ουδετερότητα προς αυτό). Ετσι, η γαλλική στροφή προς την Ευρώπη ερμηνεύεται λιγότερο ως αναζήτηση ενός νέου οικονομικού προσανατολισμού, και πιο πολύ ως αντίδραση στην εικόνα της γαλλικής αδυναμίας που είχε διεθνώς σχηματιστεί μετά την ήττα στην Ινδοκίνα και την αποτυχία της εισβολής στο Σουέζ. Με όμοιο τρόπο, ο Δυτικογερμανός υπουργός Οικονομικών Λούντβιχ Ερχαρτ, πεπεισμένος υποστηρικτής του ελεύθερου εμπορίου, αρχικά εξέφρασε αντιρρήσεις για την προταθείσα Κοινή Αγορά και την προοπτική της κοινής αγροτικής πολιτικής, τις οποίες θεωρούσε υπέρμετρα προστατευτικές. Ωστόσο, οι αντιρρήσεις του τελικά κάμφθηκαν από τον καγκελάριο Κόνραντ Αντενάουερ, ο οποίος ήθελε να καθησυχάσει τη Γαλλία και να διατηρήσει με κάθε τρόπο την αναπτυσσόμενη γαλλογερμανική συνεργασία. Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό από όλα, όπως τόνισε και ο Τόνι Τζουντ στο αριστούργημά του «Postwar», η ΕΟΚ βασιζόταν πλήρως στην αμερικανική εγγύηση στον τομέα της ασφάλειας, χωρίς την οποία τα μέλη της Κοινότητας δεν θα μπορούσαν να επιδοθούν στην οικονομική ολοκλήρωση, απερίσπαστοι από τις ανάγκες μιας κοινής άμυνας.
Με άλλα λόγια, η σύγχρονη οπτική προβάλλει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που τονίζει την πολλαπλότητα των αιτίων. Αυτή είναι η κυρίαρχη, σήμερα, ερμηνεία της δημιουργίας της ΕΟΚ. Η μεγαλύτερη επιτυχία των ευρωπαϊκών διαβουλεύσεων του 1955-1957 ήταν ακριβώς το ότι ικανοποιούσαν μια ευρύτατη γκάμα αναγκών. Υπό αυτή την έννοια, η Συνθήκη της Ρώμης προσέφερε μια ισορροπία ικανοποιητική για όλους, κάνοντας παράλληλα ένα τεράστιο άλμα, που διέπλασε την ευρωπαϊκή ιστορία. Αυτή ήταν και η βάση της μεγάλης επιτυχίας της.

* Η κ. Ειρήνη Καραμούζη είναι λέκτορας Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ και A.G.Leventis Fellow στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.