Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Ανάλυση του Foreign Affairs γιατί εξακολουθεί να υφίσταται η ελονοσία στην Αφρική


Γιατί εξακολουθεί να υφίσταται η ελονοσία
Μια θεραπεία για το «κοινό κρυολόγημα» της Αφρικής
Sonia Shah
(Πηγή : http://foreignaffairs.gr)
Κατά τη μακρά πορεία τής ανθρώπινης ιστορίας, καμιά μολυσματική ασθένεια δεν σκότωσε περισσότερους ανθρώπους από όσους η ελονοσία.
Αποκαλούμενη από τους αρχαίους Κινέζους ως η «μητέρα των πυρετών», η ελονοσία μαστίζει τους ανθρώπους από τότε που εξελίχθηκαν από τους πιθήκους και κάποτε επηρέαζε το μεγαλύτερο μέρος τού πλανήτη. Με το γύρισμα του εικοστού αιώνα, χάρη σε ένα συνδυασμό εκβιομηχάνισης, αστικοποίησης και γεωργικής ανάπτυξης στον εύκρατο κόσμο, η νόσος είχε περιοριστεί στους εξαθλιωμένους τροπικούς. Ως σήμερα, παρά την παγκόσμια εκστρατεία κόστους 2 δισ. δολαρίων ετησίως, η ασθένεια από τα κουνούπια προσβάλλει ακόμα περίπου 300 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο σε εκείνα τα μέρη τού κόσμου και προκαλεί πάνω από μισό εκατομμύριο θανάτους, οι περισσότεροι από αυτούς, μεταξύ παιδιών και εγκύων γυναικών.
Η ιστορία τής ελονοσίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία τής φτώχειας. Οι συνθήκες φτώχειας αυξάνουν τον κίνδυνο μόλυνσης από ελονοσία. Η ασθένεια επιβραδύνει την αύξηση του ΑΕΠ στις πληγείσες κοινωνίες κατά 1,3% κάθε χρόνο, σύμφωνα με μια μελέτη τού οικονομολόγου Jeffrey Sachs. Η απαλλαγή από την ασθένεια αυτή μπορεί να μειώσει ταυτόχρονα τα ποσοστά θνησιμότητας και να αναστείλει μια σημαντική διαρροή οικονομικής ανάπτυξης. Γι’ αυτό η προσπάθεια για εξάλειψη της ελονοσίας έχει προσελκύσει επί χρόνια τούς ειδικούς επί της ανάπτυξης. Ακούγεται σαν να είναι ένας εύκολος στόχος, καθώς η επιστημονική κοινότητα έχει μάθει το πώς να προλαμβάνει την ελονοσία ήδη από το 1897 και το πώς να την θεραπεύει από το 1600. Στην πραγματικότητα, η ελονοσία είναι ακόμα σημαντική εξαιτίας τής πολύπλοκης αλληλεπίδρασης πολιτικών, βιολογικών και πολιτισμικών παραγόντων.
Η κύρια πρόκληση είναι η συνένωση της πολιτικής βούλησης για να ολοκληρωθεί αυτή η δουλειά. Παρά την τεράστια επιβάρυνση στις πληγείσες κοινωνίες, η ελονοσία, στα πιο μολυσμένα μέρη θεωρείται ως μια «σχετικά ήσσονος σημασίας ασθένεια», σύμφωνα με τα λόγια μιας έκθεσης της Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (ΠΟΥ) το 2003. Αυτό μπορεί να φαίνεται αντιφατικό, αλλά είναι θέμα μιας απλής αντίληψης κινδύνου. Σε μέρη όπως το Μαλάουι, όπου ο μέσος όρος τού χωρικού τής υπαίθρου δέχεται εκατοντάδες τσιμπήματα κάθε χρόνο από κουνούπια μολυσμένα με ελονοσία, ένα παιδί μπορεί να υποφέρει 12 επεισόδια ελονοσίας πριν από την ηλικία των δύο ετών. Αν επιβιώσει, θα έχει ελονοσία σε όλη την ζωή του, αλλά, χάρη στην ανοσία που αποκτάται μέσω τής συνεχούς έκθεσης, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να πεθάνει από αυτό. Για εκείνο το παιδί και για εκατομμύρια άλλους ενήλικες στην μαστιζόμενη από ελονοσία καρδιά τής υποσαχάριας Αφρικής, η ασθένεια γίνεται κάτι που έρχεται και φεύγει από μόνο του.
Ως εκ τούτου, μεγάλο μέρος τής ελονοσίας στον κόσμο εμφανίζεται σε άτομα με κάποιον βαθμό επίκτητης ανοσίας και δεν έχει ποτέ διαγνωσθεί ή θεραπευθεί – ή καταγραφεί επισήμως. Αυτές οι περιπτώσεις γίνονται ανεκτές και ξεχνιούνται, με τον τρόπο που εμείς στην Δύση αντέχουμε τις ετήσιες εξάρσεις τής γρίπης και του κρυολογήματος. Αυτό που σημαίνει από πλευράς χάραξης πολιτικής, είναι ότι οι άνθρωποι που υποφέρουν από την υψηλότερη επιβάρυνση ελονοσίας, όπως οι χώρες στην υποσαχάρια Αφρική, τείνουν να έχουν το λιγότερο κίνητρο για να κάνουν το οτιδήποτε γι’ αυτό. Δεν τρέχουν για διάγνωση και θεραπεία αμέσως μόλις αρρωστήσουν. Δεν μπαίνουν πάντα στον κόπο να κοιμούνται κάτω από κουνουπιέρες. Το πιο σημαντικό, δεν πιέζουν τους ηγέτες τους, ούτε διαδηλώνουν στους δρόμους για την συνεχιζόμενη επιβάρυνση από την ελονοσία. Ως εκ τούτου, ελλείψει οικονομικής ανάπτυξης, υπάρχει λίγη πολιτική βούληση εντός των μολυσμένων από ελονοσία χωρών για να επιτεθούν στην ασθένεια.
Αυτός ο πολιτικός γρίφος οδηγεί σε έναν αντίστοιχο οικονομικό. Λόγω τής έλλειψης εγχώριας πολιτικής βούλησης, οι πιο συντονισμένες προσπάθειες για την αντιμετώπιση της ελονοσίας έχουν χρηματοδοτηθεί από εξωτερικούς χορηγούς από χώρες που δεν επηρεάζονται από την ελονοσία, ως τμήμα τής εξωτερικής βοήθειας που δίνουν και των φιλανθρωπικών προγραμμάτων που εφαρμόζουν. Οι προσπάθειες αυτές, οι οποίες περιλαμβάνουν την διάδοση εντομοκτόνων που να μπορούν να αποκρούσουν και να σκοτώσουν τα κουνούπια και η διανομή φάρμακων κατά τής ελονοσίας, δεν είναι τεχνικά δύσκολη και μπορεί να μειώσει δραματικά την ελονοσία, για κάποιο διάστημα. Όμως, η διατήρηση αυτών των ωφελειών στην πάροδο του χρόνου είναι μια διαφορετική ιστορία. Η πραγματική πρόκληση είναι μειωθεί ο αριθμός των περιπτώσεων ελονοσίας μέχρι το μηδέν και να διατηρηθεί εκεί αρκετό καιρό, έτσι ώστε να πεθάνει κάθε κρυμμένο παράσιτο που μένει απαρατήρητο στο ήπαρ κάποιου (όπως συνηθίζουν να κάνουν τα παράσιτα της ελονοσίας) ή μέσα σε κάποιο κουνούπι. Αλλά η περίοδος της αποτελεσματικότητας των εντομοκτόνων είναι άμεσα συνδεδεμένη με το πόσο έντονα χρησιμοποιείται: όσο περισσότερα φάρμακα και χημικά ρίχνονται κατά τής νόσου, τόσο πιο γρήγορα τα κουνούπια και τα παράσιτα αναπτύσσουν αντιστάσεις. Το πρόβλημα δεν είναι ανυπέρβλητο: Νέα φάρμακα και εντομοκτόνα, ή συνδυασμοί τους, μπορούν να εφαρμοστούν. Αλλά, η διαχείριση της αντίστασης είναι χρονοβόρα και δαπανηρή, και για να λειτουργήσει, θα πρέπει να γίνει με μελετημένο και συντονισμένο τρόπο. Διαφορετικά, μπορεί να αποδειχθεί μάταιη.
Ιστορικά, οι χρηματοδοτούμενες από χορηγούς εκστρατείες κατά της ελονοσίας απέτυχαν να ξεπεράσουν αυτό το κρίσιμο εμπόδιο. Στη δεκαετία τού 1950, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας στον Ψυχρό Πόλεμο για «να κερδίσουν τις καρδιές και τα μυαλά» των αδεσμεύτων χωρών, χρηματοδότησαν μια διεθνή εκστρατεία για την εξάλειψη της ελονοσίας χρησιμοποιώντας το πρώτο σύγχρονο συνθετικό εντομοκτόνο, το DDT. Παρά το γεγονός ότι πέτυχε αρχικά μειώνοντας δραματικά τα περιστατικά ελονοσίας, το σχέδιο αντιμετώπισε την αναπόφευκτη αύξηση των ποσοστών ανθεκτικότητας στα φάρμακα και στα εντομοκτόνα, κάτι που υπέσκαψε την πολιτική βούληση να διατηρηθεί η εξωτερική χρηματοδότηση. Για να εξασφαλίσουν την αρχική χρηματοδότηση, οι υποστηρικτές τής εκστρατείας είχαν υποσχεθεί μια γρήγορη νίκη. Αντίθετα, η μάχη θα ήταν μακρά, δύσκολη και δαπανηρή.
Οι προοπτικές για ήττα τής ελονοσίας μειώθηκαν γρήγορα. Ο δημόσιος ενθουσιασμός για το DDT συνετρίβη μετά από την έκδοση του βιβλίου τής Rachel Carson με τίτλο Silent Spring, το οποίο εξέθεσε τους κινδύνους από την υπερβολική χρήση DDT και παρόμοιων ενώσεων, και το ότι η χημική βιομηχανία εγκατέλειψε το μη πατενταρισμένο DDT υπέρ πιο προσοδοφόρων, αποκλειστικών χημικών ουσιών. Και έτσι, αντί να ανανεωθεί και να εντατικοποιηθεί ο αγώνας για την ύστατη μάχη, η χρηματοδότηση από το Κογκρέσο των ΗΠΑ αφέθηκε να λήξει το 1963 - και μαζί με αυτήν η εκστρατεία καταπολέμησης της ελονοσίας. Η ελονοσία είχε ξεριζωθεί εκεί που ήταν πιο αδύναμη, στις πλούσιες χώρες και τα νησιωτικά έθνη, αλλά παρέμεινε βαθιά χωμένη στην καρδιά τής υποσαχάριας Αφρικής, στην Ασία και στην Λατινική Αμερική, με τις αναγεννητικές δυνάμεις της πλήρως άθικτες, και συχνά με μορφές πιο δύσκολο να ελεγχθούν. Ένας ειδικός τού ΠΟΥ αργότερα αποκάλεσε την αποτυχημένη εκστρατεία ως «ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που έγιναν ποτέ στη δημόσια υγεία».
Αλλά το 1998, ο ΠΟΥ, με την υποστήριξη ισχυρών υποστηρικτών όπως ο ιδρυτής τής Microsoft, Bill Gates, και ο Sachs, ξεκίνησε μια νέα διεθνή προσπάθεια κατά τής ελονοσίας. Οι δωρητές μίλησαν με ενθουσιασμό για την εξάλειψη της νόσου χώρα την χώρα και, τελικά, έθεσαν ως στόχο να την εξαλείψουν εντελώς μέσα στην διάρκεια της ζωής τους. Η εξωτερική χρηματοδότηση, σε μεγάλο βαθμό από το «Παγκόσμιο Ταμείο για την Καταπολέμηση του AIDS, της Φυματίωσης και της Ελονοσίας» που αποτελεί μια συνεργασία κρατών και ιδιωτών, αυξήθηκε από λιγότερο από 100 εκατομμύρια δολάρια το 1998 σε 1,84 δισεκατομμύρια δολάρια το 2012. Τα τελευταία χρόνια, εκατοντάδες εκατομμύρια κουνουπιέρες για την καταπολέμηση της ελονοσίας έχουν διανεμηθεί σε όλον τον μολυσμένο από ελονοσία κόσμο, μαζί με σειρές φαρμάκων κατά τής ελονοσίας και διαγνωστικών κιτ.
Ως αποτέλεσμα, από το 2000, η θνησιμότητα από ελονοσία έχει μειωθεί κατά 25%. Αλλά, όπως και με την προηγούμενη εκστρατεία, η μείωση είναι κατά κύριο λόγο στο περιθώριο των πιο μολυσμένων περιοχών. Πενήντα χώρες έχουν μειώσει την συχνότητα εμφάνισης της ελονοσίας κατά 75%, αλλά μαζί αντιπροσωπεύουν μόνο το 3% των παγκόσμιων κρουσμάτων ελονοσίας. Σε μέρη όπως το Μαλάουι, παρά την αύξηση των χρηματοδοτούμενων από χορηγούς προσπαθειών κατά της ελονοσίας, ο ρυθμός μετάδοσης της νόσου δεν έχει αλλάξει. Εν τω μεταξύ, αντίσταση στα σύγχρονα φάρμακα έχει αναφερθεί σε τουλάχιστον τέσσερις χώρες τής Νοτιοανατολικής Ασίας, και αντίσταση στα εντομοκτόνα σε 64 χώρες. Για άλλη μια φορά, ο αγώνας μπαίνει στην πιο κρίσιμη φάση του: επίθεση στα περισσότερο πληττόμενα σημεία, όπως το Κονγκό, το Μαλάουι και η Νιγηρία, ενώ διατηρείται η βελτίωση αλλού παρά την αύξηση της ανθεκτικότητας απέναντι σε φάρμακα και εντομοκτόνα.
Θα είναι η εξωτερική χρηματοδότηση επαρκής για να τελειώσει την δύσκολη μάχη αυτή τη φορά; Από το 1998, η κατάσταση για τους εξωτερικούς χορηγούς έχει αλλάξει δραματικά υπό το πρίσμα τής παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Αντιμετωπίζοντας ελλείμματα προϋπολογισμού, το Παγκόσμιο Ταμείο ανακοίνωσε το 2011 την ακύρωση ενός ολόκληρου γύρου επιχορηγήσεων. Οι κυβερνήσεις παντού έχουν περικόψει τις παροχές τους προς τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Η χρηματοδότηση των ιδιωτών δωρητών για την ελονοσία αναμένεται να μειωθεί. Ακόμη και στο αποκορύφωμα των 2,3 δισ. δολαρίων το 2011, η συνολική χρηματοδότηση για την παγκόσμια εκστρατεία ήταν λίγο περισσότερο από το ήμισυ των 5,1 δισ. δολαρίων το χρόνο που υποστήριξε ο ΠΟΥ ότι ήταν πραγματικά αναγκαία για τη δουλειά.
Η ιστορία είναι τώρα στα πρόθυρα του να επαναληφθεί. Πάρτε ως παράδειγμα την περίπτωση της Σρι Λάνκα. Το 1953, ανέφερε 91.990 κρούσματα ελονοσίας. Η καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ εκστρατεία για την εξάλειψη της ελονοσίας μείωσε τον αριθμό των κρουσμάτων σε μόλις 17 το 1963. Στη συνέχεια, όμως, η εκστρατεία τελείωσε. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, μια μαζική επιδημία ελονοσίας ξέσπασε, μολύνοντας 1,5 εκατομμύρια Σριλανκέζους μεταξύ 1967 και 1968. Η πρόσφατη προσπάθεια κατά τής ελονοσίας δημιούργησε εξίσου θεαματική βελτίωση στη Σρι Λάνκα. Χάρη στην εξωτερική χρηματοδότηση από το Παγκόσμιο Ταμείο, η χώρα έχει μειώσει τα κρούσματα από περισσότερες από 250.000 επιβεβαιωμένες λοιμώξεις το 1999 σε μόλις 175 το 2011. Αυτή η αξιόλογη βελτίωση είναι ωστόσο εξαιρετικά εύθραυστη. Χωρίς την συνεχή υποστήριξη από τους χορηγούς, η Σρι Λάνκα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει μια αναζωπύρωση της νόσου.
Στα τελευταία αρκετά χρόνια, το Παγκόσμιο Ταμείο έχει υποστηρίξει την προσπάθεια κατά της ελονοσίας στην Σρι Λάνκα με δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ετησίως. Αλλά η χώρα θα μπορούσε να χάσει σύντομα αυτές τις ενισχύσεις. Το Παγκόσμιο Ταμείο αξιολογεί την απόδοση των υποτρόφων του σύμφωνα με μια κλίμακα τεσσάρων επιπέδων, το χαμηλότερο από τα οποία είναι το «απαράδεκτο». Αρκετές από τις αξιολογήσεις των επιδόσεων της Σρι Λάνκα έχουν πέσει στο τρίτο επίπεδο, μόλις ένα επάνω από αυτό που το Παγκόσμιο Ταμείο θεωρεί απαράδεκτο - και μη χρηματοδοτούμενο. Η τρέχουσα επιχορήγηση της Σρι Λάνκα από το Παγκόσμιο Ταμείο λήγει στο τέλος τού 2014.
Πριν από λίγες εβδομάδες, η Συνεργασία για την Υποχώρηση της Ελονοσίας (Roll Back Malaria Partnership), η συμμαχία που περιλαμβάνει τον ΠΟΥ, το Παγκόσμιο Ταμείο και πάνω από 500 συνεργάτες, και που συντονίζει την παγκόσμια εκστρατείας για την καταπολέμηση της ελονοσίας, δημοσίευσε μια έκθεση που φάνηκε να αναγνωρίζει την αυξανόμενη ματαιότητα της επίθεσης κατά της ελονοσίας με αυτόν τον τρόπο. «Οι τρέχουσες στρατηγικές για τον έλεγχο της ελονοσίας πρέπει να συνεχιστούν», ανέφερε η έκθεση, αλλά «μόνες τους είναι απίθανο να οδηγήσουν στον διαρκή έλεγχο και την εξάλειψη της νόσου στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά κρουσμάτων ελονοσίας». Αντ’ αυτού, χρειάζονται τα ίδια πράγματα που εξάλειψαν την ελονοσία από το εύκρατο κόσμο όλα αυτά τα χρόνια: περισσότερους ανθρώπους που ζουν με τρόπους που τους προστατεύουν μόνιμα από τα τσιμπήματα των κουνουπιών, σε καλοφτιαγμένα, προστατευμένα σπίτια με πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια και ταξινομημένους δρόμους. Εν ολίγοις: η οικονομική ανάπτυξη.
Υπάρχει μια σκληρή ειρωνεία σε αυτή αντιστροφή τής τύχης στην καταπολέμηση της ελονοσίας. Η καθοδηγούμενη από χορηγούς εκστρατεία κατά τής ελονοσίας επιταχύνθηκε με το επιχείρημα ότι η επίθεση κατά τής νόσου θα ωθήσει την ανάπτυξη. Τώρα, φαίνεται ότι οι υποστηρικτές της λένε πως μάλλον το αντίθετο είναι η αλήθεια: η ανάπτυξη είναι απαραίτητη για μια επίθεση κατά τής ελονοσίας.

* Η SONIA SHAH είναι επιστημονική δημοσιογράφος και συγγραφέας τού βιβλίου με τίτλο The Fever: How Malaria Has Ruled Humankind for 500,000 Years.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/140219/sonia-shah/a-cure-for-afri...