Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Ανάλυση γιατί η «φούσκα» ακινήτων απειλεί το οικονομικό θαύμα της Κίνας


Γιατί η «φούσκα» ακινήτων απειλεί το οικονομικό θαύμα της Κίνας
Η κατασκευαστική έκρηξη αποτελεί τον βασικό λόγο ανησυχίας των αναλυτών
Του Γιάννη Παλαιολόγου
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr)
Εδώ και τρεις δεκαετίες, η άνοδος της Κίνας συναρπάζει, ενθουσιάζει και τρομοκρατεί τη Δύση. Μία από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με το 85% του πληθυσμού να ζει με λιγότερα από 1,25 αμερικανικά δολάρια την ημέρα, έφτασε το 2010 να γίνει η χώρα με τη μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή στον κόσμο, εκτοπίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εως το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, προβλέπεται ότι θα είναι η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Και δεν είναι μόνο το μέγεθος που μετράει: το ποσοστό των Κινέζων που ζούσαν με λιγότερο από 1,25 δολάρια την ημέρα είχε συρρικνωθεί το 2008 στο 13,1%. Με άλλα λόγια, σε λιγότερο από 30 χρόνια, περίπου 600 εκατομμύρια άτομα στην Κίνα εξήλθαν από την απόλυτη φτώχεια – επίτευγμα άνευ προηγουμένου.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα ρεύμα σκεπτικισμού απέναντι στο κινεζικό οικονομικό θαύμα. Πολιτικοί επιστήμονες, οικονομολόγοι και αναλυτές μιλούν για τους κλειστούς θεσμούς της Κίνας και πώς θα αποτρέψουν την καινοτομία που χρειάζεται για να κάνει το επόμενο άλμα προς τα εμπρός, για τα όρια του αναπτυξιακού της μοντέλου, για τη ραγδαία επιδεινούμενη δημογραφική εικόνα. Τα τελευταία χρόνια, ο σκεπτικισμός αυτός έχει επικεντρωθεί στην τερατώδη κατασκευαστική «φούσκα» στη χώρα, το σκάσιμο της οποίας –όπως διατείνονται οι «απαισιόδοξοι»– θα έχει δραματικές συνέπειες για την κινεζική οικονομία.
Το κομμουνιστικό καθεστώς επέτρεψε για πρώτη φορά στους Κινέζους να αγοράσουν τα σπίτια τους το 1998. Εκτοτε, η εμμονή της κεντρικής κυβέρνησης με συγκεκριμένους αναπτυξιακούς στόχους και ο ρόλος των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης στην επίτευξη των στόχων αυτών δημιούργησαν τα θεμέλια για την εκτόξευση της οικοδομής. Για τις τοπικές αρχές, ο πιο εύκολος τρόπος ενίσχυσης του ΑΕΠ ήταν μέσω του real estate και των υποδομών. Η πώληση γης, άλλωστε, εκτιμάται ότι είναι η πηγή έως και 40% των εσόδων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης στην Κίνα.
Σύμφωνα με στοιχεία που έχει παρουσιάσει σε πρόσφατη ομιλία του ο επενδυτής Τζιμ Τσέινος, ο Ελληνοαμερικανός ιδρυτής και πρόεδρος της Kynikos Associates και επί μακρόν «σκεπτικιστής» σχετικά με την Κίνα, η οικοδομική δραστηριότητα (εγκεκριμένες οικοδομικές άδειες ή ακίνητα υπό κατασκευήν) έφτασε το 2012 τα 10,6 δισεκατομμύρια τ.μ., έναντι 5,7 δισ. τ.μ. το 2009. Σύμφωνα με υπολογισμούς της Kynikos, η αξία του αποθέματος κατοικιών στην Κίνα φτάνει το 400% του ΑΕΠ περίπου – ποσοστό υψηλότερο από τις αρχετυπικές πρόσφατες «φούσκες» της Ιαπωνίας (1989) και της Ιρλανδίας (2007).
Οι τοπικές αρχές, παράλληλα, ιδιαίτερα μετά το πακέτο τόνωσης 600 δισ. δολαρίων που προώθησε η κεντρική κυβέρνηση το 2008 για να αντιμετωπίσει την παγκόσμια οικονομική κρίση, δανείστηκαν υπέρογκα ποσά για νέα έργα υποδομών, συχνά κολοσσιαίων διαστάσεων και αμφιβόλου χρησιμότητος. Ως αποτέλεσμα, τουλάχιστον βάσει των υπολογισμών του Λιου Γιουχουί της Κινεζικής Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών –τους οποίους αποκάλυψε πρόσφατα στη Wall Street Journal–, τα χρέη της τοπικής αυτοδιοίκησης έφτασαν στα τέλη του 2012 τα 20 τρισ. γουάν (3,3 τρισ. δολάρια), ποσό σχεδόν διπλάσιο από τα 10,7 τρισεκατομμύρια γουάν που χρωστούσαν οι οργανισμοί το 2010 και ίσο με 40% περίπου του ΑΕΠ της χώρας.
Σύμφωνα με τον Κινέζο πρωθυπουργό Λι Κεκιάνγκ, τα χρέη της τοπικής αυτοδιοίκησης βρίσκονται σε «ασφαλή επίπεδα». Η προσδοκία είναι ότι η κεντρική κυβέρνηση, που έχει να επιδείξει ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα χρέους και τεράστια αποθέματα ξένου συναλλάγματος, θα παρέμβει για να αποσοβήσει τα χειρότερα.
Δυσθεώρητο χρέος
Παρ’ όλα αυτά, το δυσθεώρητο ύψος των χρεών δεν μπορεί παρά να εμπνέει ανησυχία.
Εν τω μεταξύ, οι ταχύτατοι ρυθμοί αστικοποίησης του κινεζικού πληθυσμού –από 13% το 1950 έφτασε το 50% το 2010 και προβλέπεται από τη McKinsey να φτάσει το 1 δισεκατομμύριο ώς το 2030– δεν αρκούν για την κάλυψη της τεράστιας, κεντρικά σχεδιαζόμενης προσφοράς. Οι άνθρωποι που καταφθάνουν στις πόλεις είναι κατά κανόνα υπερβολικά φτωχοί για να μπορέσουν να γίνουν ιδιοκτήτες. Το μέσο διαμέρισμα στη Σαγκάη κοστίζει 45 φορές τις ετήσιες αποδοχές του μέσου κατοίκου της πόλης.
Το αποτέλεσμα είναι η εξάπλωση πόλεων-φαντασμάτων, όπου ολόκληροι ουρανοξύστες ορθώνονται βουβοί, οι δρόμοι δεν έχουν αυτοκίνητα και δαιδαλώδη εμπορικά κέντρα μαραζώνουν χωρίς πελάτες. Οι ιδιοκτήτες, μέλη της αναδυόμενης αστικής και μεγαλοαστικής τάξης, επενδύουν στα ακίνητα γιατί δεν έχουν άλλες καλές επιλογές. Οι επενδύσεις στο εξωτερικό απαγορεύονται, ενώ το χρηματιστήριο υποαποδίδει χρονίως: οι τιμές νεόδμητων κατοικιών στις μεγαλουπόλεις της Κίνας αυξήθηκαν κατά 10% στους 12 μήνες από τον Ιούλιο του 2012, περίοδο κατά την οποία ο βασικός δείκτης του χρηματιστηρίου της Σαγκάης έχασε 10% της αξίας του. Εν τω μεταξύ, η κινεζική αγορά ομολόγων είναι ακόμα σε βρεφικό στάδιο, ενώ τα επιτόκια των καταθετικών λογαριασμών μετά βίας υπερβαίνουν τον πληθωρισμό.
Η δύσκολη μετάβαση στο νέο αναπτυξιακό μοντέλο
Αναγνωρίζοντας τους κινδύνους που εγκυμονεί η «φούσκα», το 2011 η κινεζική κυβέρνηση εισήγαγε μέτρα καταπολέμησης του πυρετού που είχε κυριεύσει την αγορά κατοικίας, τα οποία μεταξύ άλλων κατέστησαν εξαιρετικά πολύπλοκη τη διαδικασία αγοράς πέραν του ενός ακινήτου σε μεγάλες πόλεις της χώρας. Οι τιμές των ακινήτων αρχικά μειώθηκαν σημαντικά. Στη συνέχεια, όμως, και παρότι ο απερχόμενος πρωθυπουργός Γουέν Τζιαμπάο έλαβε συμπληρωματικά μέτρα τον περασμένο Μάρτιο, οι τιμές επανήλθαν σε ανοδική πορεία, εν μέρει εξαιτίας της προαναφερθείσας απουσίας άλλων επενδυτικών διεξόδων για τη μεσαία τάξη.
Μπορεί λοιπόν η φούσκα να ξεφουσκώσει ομαλά, χωρίς εφιαλτικές οικονομικές συνέπειες, για τις τοπικές κυβερνήσεις, τις κρατικές τράπεζες και τα περίπου 50 εκατομμύρια άτομα που εργάζονται στον κατασκευαστικό κλάδο; Μιλώντας σε εκδήλωση του Bloomberg στη Νέα Υόρκη προ ολίγων εβδομάδων, ο κ. Τσέινος εξέθεσε πειστικά το δυσοίωνο σενάριο, λέγοντας ότι η μετάβαση της Κίνας σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο που θα βασίζεται λιγότερο στις επενδύσεις θα αποδειχθεί προβληματική για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
«Ενώ η κεντρική κυβέρνηση αναγνωρίζει την ανάγκη να τεθεί υπό έλεγχο το χρέος, είναι δύσκολο να αποτραπούν οι τοπικές αρχές από το να αυξάνουν τον δανεισμό και να επενδύουν σε νέα εγχειρήματα», σημείωσε χαρακτηριστικά ο διάσημος επενδυτής.
Την αισιόδοξη άποψη εξέφρασε ο Τζιμ Ο’ Νιλ, μέχρι πρότινος πρόεδρος της Goldman Sachs Asset Management. Κατά τον Ο’ Νιλ, η κινεζική ηγεσία μειώνει «εσκεμμένα» τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας και διαθέτει τα απαιτούμενα εργαλεία για να θέσει υπό έλεγχο την αγορά κατοικίας και τα επίπεδα δανεισμού. Ο Βρετανός οικονομολόγος, που θεωρείται ο εμπνευστής του ακρωνυμίου BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) αναφέρθηκε επίσης στις σημαντικές αυξήσεις μισθών των τελευταίων ετών, που σταδιακά ενισχύουν την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων που συρρέουν κατά εκατομμύρια στις πόλεις της Κίνας. Οι αυξήσεις αυτές έφτασαν το 16% το 2010 και το 20% το 2011 για τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα. Σύμφωνα με το πενταετές σχέδιο της κυβέρνησης για την περίοδο 2011-15, ο κατώτατος μισθός σε εθνικό επίπεδο πρέπει να αυξάνεται κάθε χρόνο τουλάχιστον κατά 13%.
Η διαχείριση της αγοράς ακινήτων και η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης του εργασιακού πληθυσμού είναι δύο από τις σύνθετες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η νέα κινεζική ηγεσία, καθώς επιχειρεί τον μετασχηματισμό του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Ο Γουέν Τζιαμπάο το είχε δηλώσει ευθέως το 2007: «Η οικονομία της Κίνας είναι «ασταθής, ανισόρροπη, ασυντόνιστη και μη βιώσιμη». Η ηγεσία γνωρίζει ότι η υπερβολική εξάρτηση από τις επενδύσεις και τις εξαγωγές –μεταξύ του 2000-10, κάλυπταν σχεδόν το 60% του κινεζικού ΑΕΠ– πρέπει να αντικατασταθεί από μεγαλύτερη έμφαση στην εγχώρια κατανάλωση. Ο στόχος αυτός τίθεται ευθέως στο τρέχον πενταετές σχέδιο.
Καθώς η κινεζική ηγεσία αναλαμβάνει φιλόδοξες πρωτοβουλίες –όπως το πρόσφατο άνοιγμα της πιλοτικής Ζώνης Ελευθέρου Εμπορίου στη Σαγκάη– για την απελευθέρωση της οικονομίας και την αλλαγή του μοντέλου, δύο ακόμα κίνδυνοι απειλούν με εκτροχιασμό τα σχέδιά της. Ο πιο άμεσος σχετίζεται με τις μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις της Κίνας, που απολαμβάνουν, στο ισχύον καθεστώς, ρυθμιστικά πλαίσια που τις ωφελούν, τραπεζικό δανεισμό (από κρατικές τράπεζες) με προνομιακούς όρους και δεσπόζουσα θέση σε μία σειρά «στρατηγικών» κλάδων (πετρελαιοβιομηχανία, τηλεπικοινωνίες κ.ά.). Η απελευθέρωση της οικονομίας συνεπάγεται κατάργηση των προνομίων αυτών, κάτι το οποίο οι εταιρείες αυτές –και τα στελέχη του κόμματος που συνδέονται με αυτές – δεν θα επιτρέψουν εύκολα.
Υπογεννητικότητα
Η δεύτερη, πιο μακροπρόθεσμη απειλή είναι η δημογραφική, προϊόν της υπογεννητικότητας που γέννησε η πολιτική του ενός παιδιού. Οπως γράφει σε περυσινή ανάλυσή του ο Φανγκ Γουένγκ, διευθυντής του κέντρου Brookings-Tsinghua, ο δείκτης εργαζομένων-συνταξιούχων προβλέπεται (αν η ηλικία συνταξιοδότησης παραμείνει στα 60) να μειωθεί από 5:1 που είναι σήμερα σε 2:1 στα επόμενα 20 χρόνια. Ο κ. Φανγκ σημειώνει ότι οι τάσεις αυτές «θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο τη μελλοντική οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική αρμονία και την πολιτική σταθερότητα».
Οι αντοχές του Πεκίνου σε ενδεχόμενη κρίση
Ο Μπιλ Ανθόλις, εκτελεστικός διευθυντής του ινστιτούτου Brookings, στη Ουάσιγκτον, ταξίδεψε πέρυσι για πέντε μήνες στην Κίνα και την Ινδία μαζί με την οικογένειά του, επισκεπτόμενος περισσότερες από 20 περιφέρειες και κρατίδια. Από το ταξίδι προέκυψε το βιβλίο «Inside Out, India and China: Local Politics go Global» (Brookings Institution Press, 2013), που επιχειρεί να αναδείξει την πολυπλοκότητα των δομών διακυβέρνησης των δύο ασιατικών γιγάντων.
Τον ρωτήσαμε πόσο διαχειρίσιμη θεωρεί την κατάσταση στην κινεζική αγορά ακινήτων. «Η κυβέρνηση έχει τα εργαλεία πολιτικής για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, αλλά δεν είναι σαφές αν έχει τη διοικητική πυγμή για να τα επιβάλει», δηλώνει στην «Κ» ο Ανθόλις. Και εξηγεί: «Το πιο σημαντικό εργαλείο που έχουν είναι η δυνατότητα να ανακεφαλαιοποιήσουν τις τράπεζές τους. Σε αντίθεση με την Ευρώπη –και ακόμα και τις Ηνωμένες Πολιτείες– θα είναι σχετικά εύκολα για την κεντρική κυβέρνηση να τοποθετήσουν χρήματα όταν συνειδητοποιήσουν πόσα “κόκκινα” δάνεια υπάρχουν εκεί έξω. Αυτό που είναι πέρα από τον έλεγχό τους είναι οι διάφορες άλλες πρωτοβουλίες σε τοπικό επίπεδο με σκοπό το γρήγορο κέρδος από τα ακίνητα – όπως τα μη τραπεζικά χρηματοδοτικά εργαλεία που συστάθηκαν από τοπικές κυβερνήσεις».
Μπορεί, συνεπώς, το κινεζικό κράτος να απορροφήσει τις απώλειες των τοπικών κυβερνήσεων χωρίς να υπάρξει κρίση χρέους; «Αυτό εξαρτάται από το πόσο μεγάλες είναι αυτές οι απώλειες», απαντάει ο εκτελεστικός διευθυντής του Brookings. «Μάλλον είναι ικανοί να τις απορροφήσουν μεσοπρόθεσμα χωρίς να δημιουργηθεί κρίση, αν και είναι πιθανό να δούμε βραδυκίνητη ανάπτυξη, αύξηση του πληθωρισμού ή και τα δύο. Από ’κει και πέρα, αν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια συνεχίσουν να αυξάνονται, οι συνέπειες θα είναι αντίστοιχα μεγαλύτερες».