Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Ένα ενδιαφέρον άρθρο του Foreign Affairs για το ποιες διεξόδους έχει πλέον η Κύπρος


Ποιες διεξόδους έχει πλέον η Κύπρος
Ο τραγικός τρόπος διαχείρισης μιας κρίσης
Ηλίας Ι. Κουσκουβέλης
(Πηγή : http://foreignaffairs.gr)
Κρίση είναι εκείνη η κατάσταση απρόσμενων, έκρυθμων και ταχύτατων εξελίξεων που εμπεριέχει την προοπτική σύγκρουσης ή κατάληξης σε αποτελέσματα με απρόβλεπτες ή και καταστροφικές συνέπειες για τον ή τους εμπλεκόμενους.
Η κρίση είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ζωής αλλά και της πολιτικής, εσωτερικής και διεθνούς, και, κατά την κινεζική αντίληψη, εμπεριέχει την προοπτική των αντιφατικών στοιχείων της επιτυχίας ή της καταστροφής. [1]
Τα αίτια μιας κρίσης, όπως και κάθε σύγκρουσης ή μοιραίου συμβάντος, συνήθως υφέρπουν, χωρίς ωστόσο να την προκαλούν. Αρκεί όμως ένα γεγονός, τυχαίο ή από πρόκληση, ένας λανθασμένος χειρισμός ή απόφαση που ως πυροκροτητής θα θέσει τις διαδικασίες σε κίνηση. Τούτο κατέστη φανερό στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ιδιαίτερα μετά την κρίση της Κούβας, και οδήγησε αφενός τη θεωρία των Διεθνών Σχέσεων να μελετήσει πρώτη το φαινόμενο, αφετέρου τον πρώην Υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ Μακναμάρα να διατυπώσει την άποψη ότι εφεξής δεν θα πρέπει να σκεπτόμαστε και να δρούμε με όρους εξωτερικής πολιτικής, αλλά με όρους διαχείρισης κρίσης.
Έκτοτε, και προς αντιμετώπιση του φαινομένου, για πολιτικοστρατιωτικές και οικονομικές καταστάσεις έντονου ανταγωνισμού και υψηλού κινδύνου ή για την αντιμετώπιση φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών, έχουν δημιουργηθεί από κρατικούς ή άλλους φορείς αντίστοιχοι μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων και, φυσικά, ο απαραίτητος σχεδιασμός και εκπαίδευση των στελεχών. Βασικό στοιχείο τού σχεδιασμού και της εκπαίδευσης είναι η ύπαρξη έμπειρου πυρήνα διαχείρισης κρίσης, η σαφής διάγνωση της κατάστασης, η ύπαρξη εναλλακτικών στρατηγικών που να στηρίζονται σε συντελεστές ισχύος, καθώς και ο απαραίτητος συντονισμός μεταξύ όλων των εμπλεκομένων στη διαχείριση της κρίσης. Κύρια δε απαίτηση κατά τη διαχείριση μιας κρίσης είναι η με ψυχραιμία υιοθέτηση αποφάσεων εξαιρετικής σημασίας (με υψηλό κόστος) και φυσικά υπό, την προσδιοριζόμενη από το μεγάλο κόστος και τον περιορισμένο χρόνο, μεγάλη πίεση.
Η τελευταία περιπέτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση εσωτερικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς κρίσης, η οποία, λόγω της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Κύπρος, της θέσης της στη διεθνή σκακιέρα, αλλά και της τρέχουσας συγκυρίας στην ευρύτερη περιοχή της, συνδυάζει στο έπακρο τη χρηματοπιστωτική και την πολιτικοστρατιωτική διάσταση. Η εν λόγω κρίση χαράχθηκε ήδη στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων και, μετά από την απαιτούμενη και στην επιστημονική μελέτη ψύχραιμη σκέψη, εκτιμώ ότι θα διδάσκεται, τουλάχιστον από τους Έλληνες μελετητές, ως ένα από τα κορυφαία παραδείγματα μιας τραγικά λανθασμένης διαχείρισης κρίσης.
Σκοπός του παρόντος είναι να τεθεί η τρέχουσα κρίση στην ιστορική της προοπτική – αντιπαραβάλλοντας ό,τι ίσχυε μέχρι το τέλος του 2011 – και στη συνέχεια να επιχειρηθεί η ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης και των πιθανών συνέπειών της.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ένα μικρό κράτος με έκταση 9.251 τ.χλμ. και πληθυσμό στην ελεύθερη περιοχή 862.000 κατοίκους. Μετά την εισβολή του 1974, το 36,2% του εδάφους της τελεί υπό τουρκική κατοχή. Έκτοτε η Δημοκρατία, βιώνει τις συνέπειες της παράνομης χρήσης ή απειλής χρήσης βίας εναντίον της, σε καθημερινή βάση.
Η Δημοκρατία, μετά την καταστροφή του 1974, κατόρθωσε να ανασυγκροτηθεί, να αναπτυχθεί και να καταγράψει ορισμένες πολύ σημαντικές επιτυχίες. Πρώτη επιτυχία της ήταν η διεθνοποίηση του Κυπριακού, το οποίο κατόρθωσε επί σαράντα σχεδόν χρόνια να το κρατήσει ανοικτό, να περιορίσει τις αναγνωρίσεις του ψευδοκράτους και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, να παραμένει η μοναδική διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική οντότητα στο νησί.
Δεύτερη επιτυχία ήταν η απορρόφηση και η αποκατάσταση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων, η οικιστική και τουριστική ανοικοδόμηση στις ελεύθερες περιοχές και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της στα διεθνώς υψηλότερα. Οι οικονομικοί δείκτες είναι χαρακτηριστικοί: κατά το έτος 2001, όταν είχαν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις για την ένταξη στην ΕΕ, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Δημοκρατίας επί του ΑΕΠ ήταν 2,1%, το δημόσιο χρέος 58,7% και το κατά κεφαλήν εισόδημα 14.500 δολάρια.
Τρίτη επιτυχία, μετά από προσπάθειες που άρχισαν το 1989, ήταν η ένταξη της Δημοκρατίας, την 1η Μαΐου 2004, στην ΕΕ, χωρίς προηγουμένως να έχει λυθεί το Κυπριακό. Μάλιστα, η ένταξη στην ΕΕ δημιούργησε τις συνθήκες ώστε αφενός να εκφραστούν οι πολίτες κατά το δυνατόν ελεύθερα στο δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν (24.04.2004) και αφετέρου στην αντιμετώπιση των όποιων συνεπειών της απόρριψής του. Η ένταξη στην ΕΕ ενδυνάμωσε το κύρος της διχοτομημένης Δημοκρατίας, αύξησε πολιτικά την ασφάλειά της, προσέφερε έναν ακόμη πολιτικό και οικονομικό συντελεστή ισχύος στις προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού, ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση των πολιτών και οδήγησε τελικώς στην υιοθέτηση του Ευρώ (2008).
Η τέταρτη και πιο πρόσφατη επιτυχία ήταν ο εντοπισμός υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο και, φυσικά, η στρατηγική που οδήγησε σε αυτόν. Τα αποθέματα φαίνεται να είναι σημαντικά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις Γεωλογικής Έκθεσης της κυβέρνησης των ΗΠΑ, στη θαλάσσια έκταση μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ υπάρχουν 122 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου, ενώ, συγκριτικά όλες οι χώρες της ΕΕ μαζί διαθέτουν 86.2 τρις κυβικά πόδια φυσικού αερίου. [2] Η κυβέρνηση της Κύπρου στις 28 Δεκεμβρίου 2011 εξήγγειλε ότι μόνο στο «αλίπεδο 12» υπάρχουν μεταξύ 5 και 8 τρισ. κυβικά πόδια φυσικού αερίου με μέση τιμή τα 7 τρισ. Η καθαρή του αξία υπολογίζεται σε 21 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιστοιχεί στο 10% του συνολικού φυσικού αερίου στην ΑΟΖ και δύναται να ικανοποιήσει τις ανάγκες της Κύπρου για τα επόμενα 200 χρόνια. [3]
Ο εντοπισμός και η προοπτική εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων ήταν αποτέλεσμα μιας πολυδιάστατης στρατηγικής που ξεκίνησε με την ανακήρυξη και οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αίγυπτο (17.03.2003), λίγο πριν τη λήξη της θητείας του προέδρου Κληρίδη, αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε κατά το μέγιστο μέρος από τον πρόεδρο Παπαδόπουλο (01.03.2003-29.02.2008) και ολοκληρώθηκε από τον πρόεδρο Χριστόφια (01.03.2008-28.02.2013). Το εναρκτήριο βήμα της κυβέρνησης Παπαδόπουλου ήταν η απαραίτητη θεσμική προετοιμασία: επικύρωσε τη συμφωνία με την Αίγυπτο, οριοθέτησε την ΑΟΖ με τον Λίβανο, επιχείρησε να έρθει σε συμφωνία οριοθέτησης με την Συρία και νομοθέτησε όλα εκείνα τα απαιτούμενα για την έρευνα των υδρογονανθράκων μέτρα. Το επόμενο βήμα ήταν η συνεργασία με ισχυρούς παράγοντες της ενεργειακής αγοράς και του διεθνούς συστήματος: ως ανάδοχος εταιρεία για τις έρευνες επελέγη η Αμερικανική Noble Energy Inc., η οποία διεξήγε ταυτοχρόνως έρευνες και για το Ισραήλ.
Το τρίτο βήμα τής στρατηγικής ήταν η αντιμετώπιση της επιθετικότητας της Τουρκίας – ζήτημα το οποίο έμελε να διαχειρισθεί και η κυβέρνηση Χριστόφια. Αμφότερες οι κυβερνήσεις επέδειξαν ψυχραιμία στις τουρκικές (πολιτικές και στρατιωτικές) προκλήσεις και πέτυχαν την υποστήριξη των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, της ΕΕ, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ρωσίας στο δικαίωμα της Δημοκρατίας να διεξάγει έρευνες και να εκμεταλλευθεί μελλοντικά τους φυσικούς πόρους της ΑΟΖ. Το τελευταίο βήμα τής στρατηγικής ήταν η συμφωνία οριοθέτησης της ΑΟΖ με το Ισραήλ, η οποία συνοδεύτηκε από σειρά συμφωνιών σε διαφορετικούς τομείς, σημαντικότερος των οποίων ήταν η αμυντική συνεργασία.
ΟΙ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ
Κάθε κράτος διαθέτει ορισμένα πλεονεκτήματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον άλλων, ισχυρότερων παραγόντων του διεθνούς συστήματος. Το γνωστό πλεονέκτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η γεωγραφική της θέση, στοιχείο που ήταν η αιτία για πολλές από τις περιπέτειες του νησιού στην ιστορία του. Την στρατηγική σημασία της Κύπρου περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Νταβούτογλου:
«Μία χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατόν να έχει έναν αποφασιστικό λόγο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτικές. Δεν μπορεί να είναι δραστήρια στις παγκόσμιες πολιτικές, διότι αυτό το μικρά νησί κατέχει μια θέση που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τους στρατηγικούς συνδέσμους μεταξύ της Ασίας και της Αφρικής, της Ευρώπης και της Αφρικής και της Ευρώπης και της Ασίας. Και δεν μπορεί να είναι δραστήρια στις περιφερειακές πολιτικές, διότι η Κύπρος με την ανατολική της άκρη ομοιάζει με ένα βέλος στραμμένο προς τη Μέση Ανατολή και με τη δυτική της άκρη συγκροτεί τον θεμέλιο λίθο των στρατηγικών ισορροπιών της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Βόρειας Αφρικής». Και,
«(…) Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα Κυπριακό ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου». [4]
Σε αυτήν την αναγνωρισμένη διεθνώς στρατηγική αξία της Κύπρου ήρθαν να προστεθούν οι συμφωνίες με το Ισραήλ και η προοπτική εκμετάλλευσης των πόρων της ΑΟΖ στο τέλος του 2011. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης στη Λιβύη, την Αίγυπτο, αλλά και την συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Συρία, προκάλεσαν μερική αναδιάταξη των πολιτικοστρατιωτικών ισορροπιών τής Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Η πρώτη αλλαγή ήταν η στρατιωτική συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ και η προοπτική για περαιτέρω συνεργασίες στον ενεργειακό και στον αμυντικό τομέα. Πέρα από τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις Ελλάδας-Ισραήλ, η αεροπορική κυρίως παρουσία τού τελευταίου στην κυπριακή ΑΟΖ το Σεπτέμβριο και το Δεκέμβριο 2011, όταν εμφανίσθηκαν στο χώρο των ερευνών τα Τουρκικά πολεμικά, ήταν κρίσιμη αλλά και συμβολική. Ερμηνεύτηκε ως βούληση του Ισραήλ να εξισορροπήσει έστω και μερικώς την απώλεια της στρατιωτικής του συνεργασίας με την Τουρκία μέσω των συμφωνιών του με την Κύπρο και την Ελλάδα, αλλά και να αναζητήσει μέσω κοινών ναυτικών ασκήσεων με την Ελλάδα, για πρώτη φορά στην ιστορία του, στρατηγικό βάθος στη θάλασσα.
Η δεύτερη αλλαγή ήταν ο σχετικός αναπροσανατολισμός τής εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου η οποία, από την εποχή της ανεξαρτησίας, έθετε ως προτεραιότητα τις άριστες -ει δυνατόν- σχέσεις της με τον Αραβικό κόσμο και, με εξαίρεση την ΕΕ, απέφευγε να εμπλακεί σε πολιτικοστρατιωτικές δομές της Δύσης. Η συνεργασία με τη Noble Energy Inc. έφερε την Κύπρο πιο κοντά στο αμερικανικό οικονομικό γίγνεσθαι και η συμφωνία με το Ισραήλ της προσέφερε μεγαλύτερη πρόσβαση στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ.
Από την άλλη πλευρά, η προσέγγιση της Κύπρου με το Ισραήλ δημιούργησε επιφυλάξεις στην Αίγυπτο, που εκφράσθηκαν με δηλώσεις οι οποίες δημιούργησαν περιοδικά αμφιβολίες ως προς τη στάση της Αιγύπτου έναντι των συμφωνιών οριοθέτησης και περαιτέρω συνεργασίας που έχει συνάψει με την Κύπρο. Επίσης, η θεαματική βελτίωση των σχέσεων με το Ισραήλ θεωρείται η αιτία της καθυστέρησης επικύρωσης εκ μέρους του Λιβάνου της συμφωνίας οριοθέτησης της ΑΟΖ του 2007.
Η προοπτική εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ρωσίας, τόσο για λόγους οικονομικούς, όσο και στρατηγικούς που επιτείνει η προοπτική ανατροπής του φιλικού προς τη Μόσχα καθεστώτος Άσαντ και η απώλεια της ναυτικής της βάσης στην Ταρτό. Το ενδιαφέρον εκφράσθηκε για πρώτη φορά ευθέως με επιστολή το 2006 του Ρώσου αναπληρωτή πρωθυπουργού Ζουκόφ προς τον πρόεδρο Παπαδόπουλο. Επιβεβαιώθηκε δε τόσο με την παρουσία ρωσικών ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή κατά την περίοδο των ερευνών ανεύρεσης των κοιτασμάτων (Σεπτέμβριος και Δεκέμβριος 2011), όσο και στις συζητήσεις μεταξύ υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας και προέδρου Χριστόφια στο πλαίσιο των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (Σεπτέμβριος 2011).[5]
Τέλος, ως ενδιαφέρον της Γερμανίας για τους ενεργειακούς πόρους και την ευρύτερη περιοχή ερμηνεύθηκε και η πρώτη στην ιστορία των δύο κρατών επίσκεψη καγκελαρίου στη Λευκωσία, στις 11 Ιανουαρίου 2011. Πιθανολογήθηκε επίσης ότι, καθώς η Γερμανία ικανοποιεί το μεγαλύτερο ποσοστό των αναγκών της σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία, η προοπτική διοχέτευσης του φυσικού αερίου προς τη Δυτική Ευρώπη δεν την αφήνει αδιάφορη. Τελικά, ίσως αυτά να μην ήταν τα μόνα ενδιαφέροντα της καγκελαρίου.
ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Τα αίτια της κρίσης που έπληξε την Κύπρο είναι πολλαπλά. Ασφαλώς, όπως σήμερα επίμονα επαναλαμβάνουν ορισμένα ισχυρά οικονομικώς κράτη της ΕΕ, ο τραπεζικός τομέας της Κύπρου ήταν μεγάλος αναλογικά με το ΑΕΠ της. Τούτο μπορεί να απασχόλησε τα όργανα της ΕΕ και ορισμένα κράτη μέλη από την εποχή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, εντούτοις δεν φάνηκε να τα προβληματίζει για όσο καιρό η Κύπρος δεν ζητούσε οικονομική βοήθεια και για όσο καιρό η οικονομική κρίση δεν μάστιζε την ίδια την ΕΕ. Άλλωστε, το ποιος και με ποια εκ των προτέρων γνωστά κριτήρια μπορεί να αποφανθεί ότι ο τραπεζικός τομέας του ενός ή του άλλου κράτους της ευρωζώνης ή της ΕΕ είναι λανθασμένα διογκωμένος δεν έχει θεσπισθεί.
Εκτιμώ ότι τρία κυρίως γεγονότα βρίσκονται στη ρίζα της παρούσας τεράστιας κρίσης. Το πρώτο είναι διαχρονικό και αφορά όλες τις κατά την τελευταία εικοσαετία κυβερνήσεις της Δημοκρατίας και τις διοικήσεις των Τραπεζών, οι οποίες τοποθέτησαν τα πλεονάζοντα κεφάλαια στην οικοδομική ανάπτυξη ή σε επενδύσεις υψηλού κινδύνου και χρηματοδότησαν την αύξηση της κατανάλωσης μέσω δανείων. Και πάλι όμως, ο αντίλογος είναι ότι το εν λόγω μοντέλο ανάπτυξης δεν αμφισβητήθηκε για όσο δεν υπήρχαν δανειακές ανάγκες της Δημοκρατίας και των τραπεζών.
Το δεύτερο είναι η χρηματοδότηση της διόγκωσης του δημόσιου τομέα και του κοινωνικού κράτους που επιχείρησε η κυβέρνηση Χριστόφια, σε συνδυασμό με ένα τυχαίο εξ όσων γνωρίζουμε συμβάν, την έκρηξη στο Μαρί. Το εν λόγω γεγονός διέλυσε εν μέσω της τουριστικής περιόδου του θέρους 2011 την ενεργειακή βάση τής Κύπρου και οδήγησε στην εκτόξευση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την εξ αυτού αύξηση των δανειακών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Το τρίτο είναι η οικονομική κρίση της Ελλάδας και το «κούρεμα» των ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου στα οποία ήταν εκτεθειμένες οι κυπριακές τράπεζες. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν περί τα 4 με 5 δισ. ευρώ, χωρίς η κυβέρνηση της Κύπρου να διεκδικήσει μέτρα προστασίας για τις τράπεζές της αντίστοιχα με εκείνα που υιοθετήθηκαν για τις ελληνικές.
Στα παραπάνω μπορεί να προστεθεί ένα ακόμη συγκυριακής φύσης αίτιο: η μεγάλης διάρκειας προεκλογική εκστρατεία, η πολιτική αδυναμία διεκδίκησης μιας νέας προεδρικής θητείας από τον πρόεδρο Χριστόφια και το κόμμα του, και η διαφαινόμενη κυβερνητική αλλαγή. Έτσι, η προοπτική απώλειας της εξουσίας από το ΑΚΕΛ, η αποχώρηση του ΔΗ.ΚΟ από την κυβερνητική πλειοψηφία, η έντονη κριτική τής προεκλογικής περιόδου, η ιδεολογική αντίθεση του ΑΚΕΛ στην υιοθέτηση αποφασιστικών και αντιλαϊκών μέτρων, καθώς και η έλλειψη πολιτικής νομιμοποίησης για υιοθέτηση τέτοιων αντιλαϊκών μέτρων κατά τη λήξη της θητείας Χριστόφια, οδήγησαν στην αδράνεια αντιμετώπισης των όποιων πρώιμων αλλά ξεκάθαρων για τον επερχόμενο κίνδυνο προειδοποιήσεων.
Στα αίτια που αφορούν την κυπριακή πλευρά, μπορεί να αναφερθεί και ένα τελευταίο που αφορά την οικονομική ηγεσία και τα ισχυρά κράτη της Ευρωζώνης. Και τούτο είναι η διαμορφωθείσα κατάσταση υπεροχής των πλούσιων κρατών του βορρά της ΕΕ, οι ενδεχόμενοι φόβοι τους για τυχόν διάδοση της κρίσης σε άλλα κράτη, αλλά κυρίως οι υπό αδικαιολόγητες και ενίοτε αλαζονικά αυστηρές προϋποθέσεις δανειοδότηση των σε οικονομική ανάγκη εταίρων τους. Η αντιμετώπιση των δανειακών αναγκών τής Κύπρου δεν λαμβάνει χώρα σε ένα ιστορικό κενό, καθώς έχει προηγηθεί αφενός η με διαφορετικά κριτήρια διαχείριση αντιστοίχων αναγκών άλλων κρατών, αφετέρου η επαναλαμβανόμενη πολιτική ανάμειξη των κρατών του βορρά στις εσωτερικές και δη πολιτικές εξελίξεις κρατών, όπως της Ελλάδας και πιο πρόσφατα της Ιταλίας.
Η συγκεκριμένη συμπεριφορά των οικονομικά ισχυρών κρατών απέναντι σε ένα από τα μικρότερα κράτη της ΕΕ καθίσταται πολιτικά αναιτιολόγητη και αποτυγχάνει κατά την αξιολόγησή της υπό το φως του κριτηρίου της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Περαιτέρω δε ενισχύει τις δυνάμεις του ευρωσκεπτικισμού, αναλαμβάνει τον κίνδυνο χρεοκοπίας ενός λαού, αλλά και εξόδου έστω και μιας μικρής χώρας από το ευρώ με ό,τι και αν αυτό συνεπάγεται. Επιπλέον, τροφοδοτεί τα επιχειρήματα περί ηγεμονικών επιδιώξεων ορισμένων κρατών εντός της ΕΕ, αλλά και το ενδιαφέρον να ελεγχθούν προοδευτικά τα κοιτάσματα της κυπριακής ΑΟΖ.
Σε αυτό το σκηνικό των αιτίων της κυπριακής κρίσης ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις στην συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, την Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013, με θέμα τη σύναψη δανειακής σύμβασης μεταξύ της τριμερούς και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα λάθη που κατεγράφησαν οδήγησαν στην κρίση και στην με ανυπολόγιστες συνέπειες για τον κυπριακό λαό έκβασή της.
Η ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ
Η αρχική περίοδος κάθε θητείας είναι η πλέον δύσκολη και εκείνη κατά την οποία συνήθως ξεσπούν οι κρίσεις, είτε διότι η εκάστοτε νέα ηγεσία θεωρείται ή είναι όντως απροετοίμαστη είτε διότι οι διάφοροι αντίπαλοι και ομάδες συμφερόντων στο εσωτερικό και το εξωτερικό επιχειρούν να την «μετρήσουν». Πράγματι, μπορεί να επιχειρηματολογήσει κανείς πως ο από την 1η Μαρτίου 2013 πρόεδρος είχε ελάχιστο χρόνο να προετοιμασθεί για να αντιμετωπίσει ορθά την κρίση. Αντίστροφα, μπορεί να ευσταθεί και το επιχείρημα ότι ο νέος πρόεδρος έπρεπε να είχε προετοιμασθεί, καθώς η συζήτηση για τα οικονομικά προβλήματα δέσποσαν στην προεκλογική περίοδο και εξελέγη διότι, σύμφωνα με τα όσα υποστήριζε το επιτελείο του, είχε πείρα, σχέδιο και διεθνείς επαφές ώστε να τα αντιμετωπίσει. Επίσης, εξελέγη δεσμευόμενος ότι ο ίδιος δεν θα δεχόταν ποτέ «κούρεμα» των καταθέσεων.
Σε κάθε περίπτωση, τα μηνύματα για τις προθέσεις των ισχυρών της ΕΕ αναφορικά με τη επιβολή φόρου (levy) στις καταθέσεις είχαν σταλεί από το 2012 και στη νέα κυβέρνηση από τις αρχές Μαρτίου – ουσιαστικά δηλαδή από την ανάληψη των καθηκόντων της. Είναι δε βέβαιο ότι τις προθέσεις αυτές γνώριζε ο πρόεδρος από τις συναντήσεις του στα πλαίσια της Συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις 14 Μαρτίου, δηλαδή τουλάχιστον μια ημέρα πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση του Eurogroup.
Με βάση αυτά τα στοιχεία η βέλτιστη λύση για την κυπριακή πλευρά θα ήταν να αποφύγει πάση θυσία τη συνεδρίαση του Eurogroup ή προσερχόμενη στη συνεδρίαση να διαθέτει όχι απλώς ένα εναλλακτικό σχέδιο, αλλά στρατηγική εξόδου (exit strategy) από τη συγκεκριμένη συνεδρίαση με σκοπό να κερδηθεί χρόνος και να αναζητήσει λύσεις και συμμαχίες. Ποτέ κατά τη θεωρία δεν εισέρχεται κανείς σε διαπραγματεύσεις χωρίς προηγουμένως – στο μέτρο του εφικτού – να έχει προετοιμάσει το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, χωρίς να έχει στρατηγική εξόδου [6], χωρίς τυχόν συμμάχους, και χωρίς, με δεδομένη την προεδρική φύση του πολιτεύματος της Δημοκρατίας, την στήριξη των πολιτικών δυνάμεων ώστε τουλάχιστον να υπάρχει μια ελάχιστη εσωτερική συσπείρωση ή συνευθύνη.
Τίποτε από αυτά δεν έγινε και βρέθηκε η κυπριακή πλευρά να πρέπει να αποφασίσει μέσα τα ξημερώματα της 16ης Μαρτίου αν θα αντιμετωπίσει τη λαϊκή δυσφορία της φορολόγησης όλων των πολιτών ή αν θα φορολογηθούν μόνο οι μεγαλοκαταθέτες, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε αφενός στη φυγή πολλών και μεγάλων κεφαλαίων, αφετέρου στην εκδηλωθείσα δυσαρέσκεια της Ρωσίας. Τελικά η κυπριακή ηγεσία επέλεξε να φορολογηθούν όλοι από το πρώτο ευρώ, χάνοντας τη στήριξη όλων στο εσωτερικό, αλλά και του πιθανολογούμενου συμμάχου στο εξωτερικό.
Από την πλευρά της, η πολιτική και οικονομική ηγεσία της ΕΕ και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αισθανόταν ότι απέναντί της είχε ένα μικρό κράτος και υιοθέτησε, όπως περιγράφεται στη θεωρία, μια πολύ σκληρή τακτική (bullying behavior). Γνώριζε τη μεγάλη ανάγκη της Κύπρου για ρευστό, ότι η Κύπρος δεν θα έβρισκε εύκολα άλλους συμμάχους στο εξωτερικό, όπως επίσης ότι η Δευτέρα 18 Μαρτίου (και η Δευτέρα 25) ήταν ημέρα αργίας για την Κύπρο (και την Ελλάδα). Θεωρούσε ότι απέναντί της υπήρχε ένας νέος πρόεδρος, ιδεολογικά πιο κοντά στις απόψεις της από τον προηγούμενο, ο οποίος είχε πολύ πρόσφατη τη λαϊκή εντολή, χωρίς ωστόσο να λαμβάνει υπόψη της την προεδρική φύση του πολιτεύματος της Κύπρου, ότι δηλαδή οι βουλευτές καταψηφίζοντας τη συμφωνία δεν θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με τα φάσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης. Με βάση τα παραπάνω, στο τέλος της συνεδρίασης, αποδέχθηκε να φορολογηθεί το σύνολο των καταθέσεων, παραβιάζοντας έτσι τη βασική εγγύηση των καταθέσεων μέχρι του ύψους των εκατό χιλιάδων ευρώ και προκαλώντας την τραπεζική αστάθεια στην Κύπρο.
Μετά την εν λόγω απόφαση, η ηγεσία της Κύπρου, κινούμενη κάτω από εξαιρετικά αυστηρά χρονικά πλαίσια, συνέχισε την χωρίς κανένα σχέδιο και χωρίς ψυχραιμία αντιμετώπιση της κατάστασης. Ο πρόεδρος απηύθυνε δραματοποιημένο διάγγελμα, ίσως εκτιμώντας ότι θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο του προέδρου Παπαδόπουλου για το σχέδιο Ανάν (2004) και ίσως υπερεκτιμώντας την πολιτική του επιρροή στο εσωτερικό. Όμως, η κατάσταση ήταν διαφορετική, καθώς αυτή τη φορά δεν υπήρχε η απαραίτητη προετοιμασία και ενημέρωση, δεν υπήρχε το δίχτυ ασφαλείας μιας επικείμενης ενίσχυσης της χώρας, όπως η ένταξή της το 2004 στην ΕΕ, και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θα ψήφιζε ο λαός αλλά οι βουλευτές, μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος δεν είχε δεδομένη την πλειοψηφία.
Ακολούθησε η ψηφοφορία της 17ης Μαρτίου στη Βουλή των Αντιπροσώπων κατά την οποία απερρίφθη, χωρίς ουδεμία ψήφο υπέρ της, η προταθείσα συμφωνία. Και τότε άρχισε μια νέα σειρά προσπαθειών για το περίφημο Plan B’, το οποίο βασιζόταν κυρίως στη λανθασμένη εκ μέρους της κυπριακής ηγεσίας ανάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος και του ρόλου μιας μεγάλης δύναμης, αλλά και στην υπερεκτίμηση – ίσως όχι αδικαιολόγητα με βάση τη μέχρι τώρα συμπεριφορά ισχυρών παραγόντων – ως διαπραγματευτικού χαρτιού της προοπτικής εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων της Μεσογείου και του ενδιαφέροντος της Ρωσίας και της Γερμανίας γι’ αυτούς.
Η λανθασμένη αντίληψη του διεθνούς περιβάλλοντος συνίστατο στις πραγματικές διαθέσεις, στην ικανότητα, αλλά και στα ανταλλάγματα που τυχόν θα ζητούσε η Ρωσία για την οικονομική υποστήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι πραγματικές διαθέσεις σχετίζονται με το κατά πόσο η Ρωσία επιθυμεί τον έλεγχο των κατατεθειμένων στην Κύπρο κεφαλαίων Ρώσων πολιτών ή να συμμετάσχει στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων. Η ικανότητα συναρτάται με το κατά πόσο η ίδια χώρα επιθυμεί να αναλάβει την πιθανότητα να δυσαρεστήσει ισχυρούς εμπορικούς και ενίοτε πολιτικούς εταίρους, όπως τη Γερμανία. Τέλος, ως προς τα ανταλλάγματα, το εφικτό της εναλλακτικής λύσης για την Κύπρο συνδέεται με το κατά πόσο η τελευταία, και ειδικά η φιλοδυτική κυβέρνηση Αναστασιάδη, θα μπορούσε ή θα της επιτρεπόταν να ικανοποιήσει τυχόν αίτημα της Ρωσίας για παραχώρηση στρατιωτικών διευκολύνσεων στο νησί.
Τα αποτελέσματα αυτής της τραγικής εκ μέρους όλων των πλευρών διαχείρισης της κρίσης, που άρχισε με τη συνεδρίαση του Eurogroup στις 15/16 Μαρτίου και ολοκληρώθηκε στη συνεδρίασή του στις 24/25 με την υιοθέτηση σκληρότερων μέτρων, είναι γνωστά, χωρίς ωστόσο να εξηγηθεί το τι άλλαξε μόλις σε μια εβδομάδα ώστε τα μέτρα να γίνουν πιο επώδυνα. Το θέμα είναι, βέβαια, το τι θα συμβεί από εδώ και πέρα, ιδιαίτερα στο διεθνές πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο.
Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
Είναι βέβαιο ότι, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και την τεράστια οικονομική ζημία της Κυπριακής Δημοκρατίας, η αντιμετώπιση των μεγάλων πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων που βιώνει θα είναι πιο δύσκολη, υπό την έννοια ότι το κύρος της έχει πληγεί, η διαπραγματευτική της ικανότητα έχει μειωθεί και οι σχετικής αξίας συντελεστές ισχύος της έχουν αποδεκατισθεί. Στο Κυπριακό Ζήτημα αναμένεται να δούμε ακόμη μεγαλύτερη αδιαλλαξία εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων, ενώ η κυπριακή πλευρά θα είναι διαπραγματευτικά πιο ευάλωτη στην όποια διεθνή πρωτοβουλία αναληφθεί. Μένει, επίσης, να δούμε ποια θα είναι πλέον η στάση της ΕΕ στο Κυπριακό, ιδιαίτερα μετά την κρίση στην οποία ήδη έχουν περιέλθει οι σχέσεις μεταξύ αυτής και της Κύπρου.
Στο ζήτημα των ενεργειακών πόρων είναι βέβαιο πως η Τουρκία θα επιχειρήσει – με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας αυτή τη φορά – να καθυστερήσει την εκμετάλλευσή τους προωθώντας το μέχρι τώρα γνωστό επιχείρημά της ότι δικαίωμα στους πόρους και στην εκμετάλλευσή τους έχουν και οι Τουρκοκύπριοι. Μάλιστα, μετά την κρίση και μετά το πρώτο λιώσιμο των πάγων στις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ χάρη στην απολογία Νετανιάχου για την υπόθεση του Μαβί Μαρμαρά, θα πρέπει να παρακολουθήσουμε και την εφεξής στάση του Ισραήλ στα θέματα των πόρων της Μεσογείου. Σε κάθε περίπτωση, δεν αναμένεται από πλευράς Ισραήλ να παρουσιασθεί η ίδια με το παρελθόν προνομιακή μονομέρεια στις σχέσεις του με την Τουρκία. Πολύ περισσότερο όταν το Ισραήλ γνωρίζει την οπορτουνιστική συμπεριφορά της Τουρκίας στον Αραβικό κόσμο, αλλά και τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα που μπορεί να του παράσχει η Κύπρος έναντι της Τουρκίας.
Βεβαίως, η οικονομική κρίση δεν θα μειώσει το ενδιαφέρον των πετρελαϊκών εταιρειών για τους θαλάσσιους πόρους. Εντούτοις, είναι προφανές ότι σε κατάσταση ύφεσης τα ποσά που θα αποκομίσει η Κύπρος δεν θα είναι τα ίδια με εκείνα που θα απεκόμιζε υπό διαφορετικές συνθήκες. Αναμένεται, επίσης, ότι η υλοποίηση της όποιας συμφωνίας με άλλα κράτη, όπως η ηλεκτρική σύνδεση Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας με υποβρύχιο καλώδιο, θα καθυστερήσει λόγω του περιορισμού των κεφαλαίων.
Στο τραπέζι, ασφαλώς θα τεθούν και οι σχέσεις της Κύπρου με την ευρωζώνη, αλλά και με την ίδια την ΕΕ. Οι πολίτες της Κύπρου, όπως και της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και σύντομα και της Γαλλίας παρακολουθούν να διαμορφώνεται στον οικονομικό, και εξ αυτού και στον πολιτικό τομέα, μια ΕΕ με την οποία είναι δυσαρεστημένοι. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα αν και κατά πόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, με βάση την σχεδόν καθολική δυσαρέσκεια και σε συνδυασμό με τις παραδοσιακές σχέσεις της με το Ηνωμένο Βασίλειο θα βρεθεί σύντομα στην εντός της ΕΕ ομάδα κρατών του ευρωσκεπτικισμού. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Κύπρος αναζήτησε λύση εκτός πλαισίου της ΕΕ, μια τέτοια εξέλιξη είναι πιθανή, ανεξαρτήτως των δεσμεύσεων που τυχόν αναπτυχθούν λόγω της δανειακής σύμβασης.
Τέλος, όπως προβλέπει η θεωρία, οι κρίσεις έχουν ως αποτέλεσμα να αποσαφηνίζουν καταστάσεις. Το πρώτο που αποκαλύφθηκε είναι η πραγματικότητα για τις σχέσεις Κύπρου και Ρωσίας και τον ρόλο της τελευταίας, για τον οποίο άλλωστε οι προσδοκίες μερίδων του Ελληνισμού έχουν κατ’ επανάληψη διαψευσθεί. Για μια ακόμη φορά, όπως το 1974, η Ρωσία δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των Ελληνοκυπρίων, θέτοντας τέλος στον όποιο αφελή πολιτικό σχεδιασμό που ήθελε τη Ρωσία «προστάτη» της Κύπρου, ενώ διαψεύσθηκαν οι φήμες περί του μεγάλου ενδιαφέροντός της για τους ενεργειακούς πόρους της Μεσογείου.
Το δεύτερο που διευκρινίσθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας πλέον, είναι η πρωτοκαθεδρία της Γερμανίας και των κρατών του βορρά εντός της ΕΕ. Η Γαλλία – ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και πρώτη πολιτική και στρατιωτική δύναμη εντός της ΕΕ μέχρι πρόσφατα – παρέμεινε στο περιθώριο και σύρθηκε στην πολιτική της Γερμανίας. Το δε Ηνωμένο Βασίλειο, ως μη συμμετέχον στην ευρωζώνη, κράτησε αποστάσεις, σχολιάζοντας ωστόσο αρνητικά την επίθεση στις καταθέσεις που αποφάσισε το Eurogroup.
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο στοιχείο που καταγράφηκε στην περίοδο της κρίσης είναι η σχετική σιωπή των ΗΠΑ. Ίσως να πρόκειται για μια πολιτική μη ανάμειξης σε μια εσωτερική υπόθεση της ΕΕ, στην οποία διαβιβάσθηκε η δυσαρέσκεια για τη φορολόγηση των καταθέσεων κάτω των εκατό χιλιάδων ευρώ και της ζητήθηκε να σταθεροποιήσει την τραπεζική αγορά της. Ίσως να πρόκειται και για αναμονή τής ένταξης προοδευτικά της Κύπρου στις νατοϊκές δομές (Partnership for Peace), σύμφωνα και με τις προεκλογικές δεσμεύσεις του προέδρου Αναστασιάδη, γεγονός που θα έκλεινε διά παντός το ζήτημα του ανταγωνισμού των επιρροών στο συγκεκριμένο, στρατηγικά σημαντικότατο σημείο για τη Μέση Ανατολή. Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις, και ειδικά αυτές σε σχέση με τη Συρία, το Ισραήλ και το Ιράν, θα δώσουν σύντομα τις απαντήσεις ως προς τη συμπεριφορά της υπερδύναμης.
Το τι θα κάνει η Κύπρος είναι, βεβαίως, το κύριο ζήτημα. Η συμπεριφορά ενός κράτους στο διεθνές σύστημα προσδιορίζεται, όπως το έδειξε και η κρίση, από τις ορθές ή λανθασμένες αποφάσεις τής ηγεσίας του και, κυρίως, από τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται εσωτερικά αλλά και εξωτερικά από την κατανομή ισχύος και το διεθνές του περιβάλλον. Οι εξελίξεις στη Συρία, τα συμφέροντα της Κύπρου στη θάλασσα, η επιθετικότητα της Τουρκίας, η αδυναμία της Ελλάδας να την ενισχύσει, η απομυθοποίηση της Ρωσίας, καθώς και η εντός της ΕΕ ηγεμονική συσπείρωση των κρατών τού βορρά, σε συνδυασμό με τον καλπάζοντα ευρωσκεπτικισμό στους πολίτες, δημιουργούν για την Κύπρο την ανάγκη να επιζητήσει εγγυήσεις για την ασφάλειά της και τα συμφέροντά της από ισχυρούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος εκτός της ΕΕ.
Τα επόμενα χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει τεράστια ανάγκη εσόδων. Κυριαρχεί η σκέψη ότι αυτά μπορούν να εξευρεθούν από την ασφαλή εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Μεσογείου. Αυτό το δεδομένο, η πιθανότητα η ενεργειακή συμμαχία Γερμανίας και Ρωσίας να προτιμά άλλες χώρες παραγωγούς από την Κύπρο και άλλες ενεργειακές οδούς από την αναδυόμενη στο νότο, οι σχέσεις με το Ισραήλ, καθώς και οι εξ αιτίας της Συρίας στρατιωτικές και πολιτικές ανάγκες, φαίνεται να ορίζουν την κατεύθυνση προς την οποία μπορεί να αναζητηθεί η αναγκαία υπεράκτια εξισορρόπηση.

* Ο ΗΛΙΑΣ Ι. ΚΟΥΣΚΟΥΒΕΛΗΣ είναι καθηγητής στη Θεωρία Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Για την κρίση βλ. Ηλίας Κουσκουβέλης, Λήψη Αποφάσεων, Κρίση, Διαπραγμάτευση, Αθήνα, Παπαζήσης, 1996.
[2] Hurriyet Daily News, 23 Sep. 2012, http://www.hurriyetdailynews.com/cyprusatthecrossroads.aspx?pageID=238&n...
[3] Ο Φιλελεύθερος, 29.12.2011, http://www.philenews.com/el-gr/New-Homepage-With-Slider/4995/90521/sta-1...
[4] Αχμέτ Νταβούτογλου, Το στρατηγικό βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας, Αθήνα, Ποιότητα, 2010, σ. 274-5 και 279.
[5] Η Σημερινή, 24 Οκτωβρίου 2011, σ. 44, http://www.sigmalive.com/files/filefield/2/8/7/Simerini24102011.pdf.
[6] Κουσκουβέλης, Λήψη Αποφάσεων, σ. 141.


Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.