Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Ένα ενδιαφέρον άρθρο του Foreign Affairs για την πυρηνική λογική της Βόρειας Κορέας


Η πυρηνική λογική της Βόρειας Κορέας
Πολλές φορές, μια δοκιμή είναι απλά μια δοκιμή
Jennifer Lind, Keir A. Lieber, και Daryl G. Press
(Πηγή : http://foreignaffairs.gr)
Στην ομιλία του στο Κογκρέσο, για την «Κατάσταση του Έθνους», ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα περιέγραψε την πρόσφατη πυρηνική δοκιμή της Βόρειας Κορέας ως μια πρόκληση που απαιτεί σθεναρή αντίδραση.
Το κοινό στο οποίο απευθυνόταν η πρόκληση, όμως, είναι θέμα συζήτησης. Ορισμένοι σχολιαστές θεώρησαν δεδομένο ότι η δοκιμή ήταν ένα μήνυμα που απευθυνόταν στην Κίνα, με σκοπό να αποδείξει την ανεξαρτησία της Βόρειας Κορέας από τη μεγάλη δύναμη - προστάτιδά της. Άλλοι πιστεύουν ότι ο Κιμ Γιονγκ-ουν έστελνε ένα μήνυμα προς την νεοεκλεγείσα πρόεδρο της Νότιας Κορέας, την Park Geun-hye. Ακόμα, άλλοι ειδικοί για την Βόρεια Κορέα υποστήριξαν ότι η δοκιμή στην πραγματικότητα προοριζόταν για εγχώρια κατανάλωση, για να ανεβάσει το πεσμένο ηθικό ενός στερημένου πληθυσμού ή για να κερδίσει το καθεστώς την εύνοια του στρατού. Το στοχευμένο μήνυμα της Βόρειας Κορέας αναλύεται και συζητείται από αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης, οι οποίοι διαθέτουν απόψεις από όλο το φάσμα.
Υπάρχει μια πολύ πιο απλή εξήγηση. Η Πιονγκγιάνγκ δοκίμασε μια πυρηνική συσκευή για τον ίδιο λόγο που είχε δοκιμάσει πύραυλους μεγάλου βεληνεκούς: για να δει πώς λειτουργούν. Στην πραγματικότητα, η προσπάθεια ήταν λιγότερο ένα μήνυμα από όσο μια προσπάθεια να μάθει τεχνικές δυνατότητες που είναι ζωτικής σημασίας για τα πυρηνικά αποτρεπτικά της μέσα.
Αυτή η λογική δεν θα πρέπει να αποτελέσει καμία έκπληξη σε εκείνους που ασχολούνται με την ιστορία του Ψυχρού Πολέμου. Μεταξύ 1945 και 1992, οι Ηνωμένες Πολιτείες διεξήγαγαν 1.054 πυρηνικές δοκιμές και εκτόξευσαν έναν αδιευκρίνιστο αριθμό πυραύλων. Αν ο στόχος ήταν απλώς να δείξουν στους Σοβιετικούς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σοβαρές, κάνοντας δοκιμές σχεδόν δύο φορές το μήνα καθ’ όλη την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου θα ήταν υπερβολή. Στην πραγματικότητα, η «Επιχείρηση Αμμόπτερα» (Operation Sandstone ) - μια σειρά από τρεις δοκιμές στην ατόλη Enewetak το 1948 - δεν είχε σκοπό να προειδοποιήσει από τους Σοβιετικούς καθώς οι εντάσεις εντείνονταν στο Βερολίνο. Ούτε η σειρά των 48 υπόγειων δοκιμών που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1964 σχεδιάστηκε για να εντυπωσιάσει τον Γενικό Γραμματέα που μόλις είχε αναλάβει καθήκοντα, τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα πραγματοποιούσαν μια ντουζίνα ατομικών εκρήξεων στον χώρο δοκιμών της Νεβάδα κατά το πρώτο εξάμηνο του 1977 - συμπεριλαμβανομένων των εκρήξεων Cove, Dofino, Marsilly, Bulkhead, Crewline, Forefoot, Carnelian, Strake, Flotost, Gruyere, Scantling, και Scupper - μόνο και μόνο επειδή ο νέος πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ ήταν ευάλωτος σην κριτική από τα δεξιά.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν ό, τι έκαναν επειδή χρειάζονταν τα απόλυτα αποτρεπτικά τους μέσα να λειτουργούν πραγματικά και επειδή οι τεχνικές απαιτήσεις της πυρηνικής αποστολής συνεχώς αλλάζουν. Τα ερείπια της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι ήταν αρκετά αποδεικτικά στοιχεία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να καταστρέψουν τις πόλεις, αλλά το να αποτρέψουν την Σοβιετική Ένωση ήταν μια πολύ μεγαλύτερη πρόκληση. Εάν οι Σοβιετικοί είχαν εισβάλει στην Δυτική Ευρώπη, για παράδειγμα, τα αμερικανικά βομβαρδιστικά θα έπρεπε να διεισδύσουν στην ευρισκόμενη σε κατάσταση συναγερμού σοβιετική αεράμυνα, να εντοπίσουν σοβιετικές δυνάμεις εδάφους και βιομηχανικά κέντρα και να τους επιτεθούν. Ως εκ τούτου, τα βομβαρδιστικά των ΗΠΑ έπρεπε να είναι πολύ ευέλικτα και ικανά να μεταφέρουν πολλαπλά όπλα, οπότε οι ίδιες οι βόμβες έπρεπε να είναι ελαφρύτερες και μικρότερες από αυτές που χρησιμοποίησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον της Ιαπωνίας. Οι Σοβιετικοί έθεσαν ένα άλλο εμπόδιο στα σχέδια της Ουάσιγκτον, όταν άρχισαν να αναπτύσσουν έναν μεγάλο αριθμό δικών τους πυρηνικών όπλων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να βρουν έναν τρόπο ώστε δυνητικά να μπορούν να καταστρέψουν το σοβιετικό οπλοστάσιο. Η εξάλειψη αυτών των στόχων – πολυάριθμων και με αυξανόμενη δυσκολία - απαιτούσε ακόμη μεγαλύτερο αριθμό βομβών, ακόμη πιο λεπτεπίλεπτο σχεδιασμό και πιο ακριβή συστήματα ρίψης. Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναβάθμιζαν τα σχέδιά τους και τα δοκίμαζαν ξανά και ξανά.
Όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Βόρεια Κορέα προφανώς αποφάσισε ότι τα πυρηνικά όπλα αποτελούν το επίκεντρο της εθνικής στρατηγικής για την ασφάλειά της. Με λίγους φίλους, με τις συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις του να εξασθενούν, μια οικονομία υπό κατάρρευση και αντιμέτωπο με μια υπερδύναμη που έχει την τάση να καθαιρεί τις δικτατορίες σε όλο τον κόσμο, το καθεστώς που Κιμ προχώρησε στην δημιουργία ενός λειτουργικού πυρηνικού οπλοστασίου. Και ακριβώς όπως το ΝΑΤΟ σχεδίαζε να εμποδίσει μια σοβιετική εισβολή βομβαρδίζοντας στόχους στην Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη, η Βόρεια Κορέα σχεδιάζει προφανώς να υπερασπιστεί τον εαυτό της, στην περίπτωση που ξεσπάσει πόλεμος στη χερσόνησο, απειλώντας περιφερειακούς συμμάχους των ΗΠΑ και στόχους στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το σχέδιο της Βόρειας Κορέας απαιτεί μικρές, ελαφριές πυρηνικές κεφαλές και πυραύλους που λειτουργούν - και ο μόνος τρόπος να ξέρουν ότι λειτουργούν είναι να τους δοκιμάσουν. Μέχρι στιγμής, τα όπλα έχουν αποδειχθεί απογοητευτικά. Η πρώτη πυρηνική δοκιμή της χώρας, η οποία διενεργήθηκε το 2006, ήταν ντροπιαστική. Η Πιονγκγιάνγκ είχε πει στους Κινέζους ότι η συσκευή θα δημιουργήσει εκρηκτική δύναμη τεσσάρων κιλοτόνων, αλλά κατέληξε να παράγει λιγότερο από έναν. Η δεύτερη δοκιμή το 2009 πήγε ελαφρώς καλύτερα, παράγοντας μεταξύ ενός και οκτώ κιλοτόνων, αν και δεν είναι γνωστό το μέγεθος της έκρηξης που είχαν επιδιώξει οι Βορειοκορεάτες. Επιπλέον, η Πιονγκγιάνγκ έχει πολύ περισσότερη δουλειά να κάνει πριν να καυχηθεί για όπλα που θα όντως θα χωράνε στους πυραύλους της (οι οποίοι αποτέλεσαν επίσης μια σειρά από ταπεινωτικές αποτυχίες).
Οι παρατηρητές στην Δύση θεωρούν ότι η συμπεριφορά της Βόρειας Κορέας μάλλον αποτελεί μηνύματα που θα πρέπει να θυμούνται το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ από την εμπειρία τους κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάλαβαν τότε ότι η ικανότητα να διεξάγουν πυρηνικές δραστηριότητες ήταν το θεμέλιο μιας αξιόπιστης στρατηγικής αποτροπής. Σήμερα, μια καλή στρατηγική για να αντιμετωπιστεί η Βόρεια Κορέα δεν θα πρέπει να αποδώσει υστεροβουλίες σε πράξεις που και οι Ηνωμένες Πολιτείες κάποτε θεωρούσαν ορθολογικές και συνήθεις.
Η άποψη ότι τα πυρηνικά όπλα είναι απλώς πολιτικά μέσα - κατάλληλα για την αποστολή μηνυμάτων, αλλά δεν διεξάγουν πολέμους - είναι πλέον τόσο συνηθισμένη στην Ουάσιγκτον, στο Λονδίνο και στο Βερολίνο που είναι δύσκολο να βρεθεί κάποιος που διαφωνεί. Ωστόσο, τις εν λόγω παρήγορες υποθέσεις δεν τις συμμερίζονται οι ηγέτες σε όλο τον κόσμο. Πέρα από την Βόρεια Κορέα, η Ρωσία περιορίζει το οπλοστάσιό της, εκσυγχρονίζει τις πυρηνικές δυνάμεις που σχεδιάζει να κρατήσει και αυξάνει την εξάρτησή της από τα πυρηνικά όπλα στην εθνική αμυντική στρατηγική της. Η Κίνα αναπτύσσει σιγά-σιγά το δικό της οπλοστάσιο, βελτιώνοντας σημαντικά τα όπλα της. Και το Ιράν φαίνεται τόσο αποφασισμένο να χρησιμοποιήσει πυρηνικά που ήταν έτοιμο να αντέξει εξοντωτικές κυρώσεις και να ρισκάρει μια επίθεση από ξένες δυνάμεις.
Είναι ατυχές το ότι οι Αμερικανοί πολιτικοί είναι τόσο πεπεισμένοι για την πυρηνική απαξίωση που δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα κίνητρα των πιθανών αντιπάλων. Θα είναι τραγικό, όμως, αν τα αμφίβολα συμπεράσματά τους, τους εμποδίσουν από το να αναγνωρίσουν τα προβλήματα αποτροπής που βρίσκονται μπροστά τους και τις σοβαρές δυσκολίες που θα τεθούν από αντιπάλους, όπως η Βόρεια Κορέα, που εξακολουθεί να επιμένει στα πυρηνικά όπλα.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/138933/jennifer-lind-keir-a-liebe...