Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Ένα ενδιαφέρον ιστορικό άρθρο για τη Διασκεπτική Συνέλευση στην Κύπρο το 1947


Η Διασκεπτική Συνέλευση στην Κύπρο
Η προσπάθεια των Αγγλων για εισαγωγή μεταρρυθμίσεων σε σχέση με την εσωτερική διακυβέρνηση του νησιού 65 χρόνια πριν
Του Νίκου Χριστοδουλίδη
Την επαύριον του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου και με δεδομένη την απροθυμία των Βρετανών να ικανοποιήσουν το αίτημα των κατοίκων της Κύπρου για Ενωση με την Ελλάδα, αφού εκτιμάτο ότι κάτι τέτοιο δεν συμβιβαζόταν με την εξυπηρέτηση των στρατηγικών τους συμφερόντων στη Μέση Ανατολή, το Λονδίνο αποφάσισε την εισαγωγή στο νησί μεταρρυθμίσεων σε σχέση με την εσωτερική διακυβέρνηση του τόπου.
Το Λονδίνο αποφάσισε να αναθέσει την εκπόνηση του Συντάγματος σε μια Συνέλευση στην οποία θα συμμετείχαν εκπρόσωποι του πληθυσμού του νησιού. Η βρετανική πρόθεση έγινε δημόσια γνωστή στις 23 Οκτωβρίου 1946 με δήλωση του Βρετανού υπουργού Αποικιών Κριτζ Τζόουνς στη Βουλή των Κοινοτήτων. Στις 9 Ιουλίου 1947, ο Βρετανός Κυβερνήτης της Κύπρου λόρδος Γουίνστερ με διάγγελμά του προς τους κατοίκους του νησιού τούς ενημέρωσε για τα σχέδια της βρετανικής κυβέρνησης να καλέσει σε Συμβουλευτική Συνέλευση περίπου 30 άτομα. Οι όροι της εντολής της Συνελεύσεως ήταν να κάνει συστάσεις προς τη βρετανική κυβέρνηση «επί της μορφής Συντάγματος, το οποίον να εξασφαλίζει την συμμετοχή του λαού της Κύπρου στην διαχείριση των εσωτερικών υποθέσεων της Νήσου, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων των μειονοτήτων».
Η απόφαση των Βρετανών για σύγκληση Διασκεπτικής Συνέλευσης δίχασε τους Ελληνες της Κύπρου, αφού από τη μια η Δεξιά παράταξη, με σύνθημα «Ενωσις και μόνον Ενωσις», προσέγγισε αρνητικά τις προθέσεις του Λονδίνου με τους εκπροσώπους της να αρνούνται να συμμετάσχουν στις εργασίες της Συνέλευσης, ενώ από την άλλη, η Αριστερά, με σύνθημα «Αυτοκυβέρνηση - Ενωση» αποδέχθηκε την πρόταση των Βρετανών με τους εκπροσώπους της να συμμετέχουν στη Διασκεπτική Συνέλευση. Στην Συνέλευση συμμετείχαν τελικά 18 από τα 32 άτομα που προσκλήθηκαν: δέκα Ελληνοκύπριοι, επτά Τουρκοκύπριοι (όλοι όσοι προσκλήθηκαν) και ένας Μαρωνίτης. Η Συνέλευση ξεκίνησε τις εργασίες της την 1 Νοεμβρίου 1947. Από τις πρώτες κιόλας συνεδρίες έγινε σαφής η διάσταση απόψεων ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους από τη μια και τους Βρετανούς και Τουρκοκύπριους από την άλλη, αναφορικά με τον επιδιωκόμενο στόχο και το κατά πόσον οι συμμετέχοντες μπορούσαν να υποβάλλουν προτάσεις που θα αφορούσαν σύνταγμα πλήρους αυτοκυβέρνησης ή όχι. Εξαιτίας της κατάστασης που δημιουργήθηκε και των διαφωνιών γύρω από την ερμηνεία των όρων εντολής της Συνέλευσης, οκτώ από τους δέκα Ελληνοκύπριους συμμετέχοντες απευθύνθηκαν στον Βρετανό υπουργό Αποικιών ζητώντας, με γραπτό τους υπόμνημα τον Νοέμβριο του 1947, διευκρινίσεις για το θέμα. Εξαιτίας της εξέλιξης τούτης και εν αναμονή της απάντησης του Λονδίνου, ο πρόεδρος της Διασκεπτικής αποφάσισε να αναστείλει τις εργασίες της.
Οι βρετανικές προτάσεις για το νέο Σύνταγμα Η επίσημη αντίδραση των Βρετανών, μέσω του υφυπουργού Αποικιών Λίστοουελ, ήρθε πέντε μήνες αργότερα, στις 7 Μαΐου 1948. Σε αντίθεση με την αρχική δεδηλωμένη τους πρόθεση για υποβολή συνταγματικών προτάσεων από τα μέλη της Διασκεπτικής, οι Βρετανοί αποφάσισαν να υποβάλουν οι ίδιοι συγκεκριμένες συνταγματικές προτάσεις προς τα μέλη της Συνέλευσης.
Σε γενικές γραμμές, οι βρετανικές εισηγήσεις αποτελούσαν βήμα προόδου στον τομέα των συνταγματικών ελευθεριών για τους κατοίκους του νησιού σε σχέση με το προϋπάρχον σύστημα. Από τις κυριότερες και πιο σημαντικές πρόνοιες των εν λόγω εισηγήσεων ήταν το γεγονός ότι το σύνταγμα προνοούσε ότι η Βουλή θα αποτελείτο από είκοσι έξι έδρες, δεκαοχτώ από τις οποίες θα ανήκαν σε εκλεγμένους Ελληνες, τέσσερις σε Τούρκους και τέσσερις έδρες προορίζονταν για τα επίσημα μέλη, δηλαδή τους ανώτατους Βρετανούς αξιωματούχους της αποικιακής κυβέρνησης. Οι Ελληνοκύπριοι εκλεγμένοι βουλευτές, δηλαδή, και σε αντίθεση με τις πρόνοιες που ήταν σε ισχύ προηγουμένως, θα είχαν πλειοψηφία στο Νομοθετικό Συμβούλιο, η οποία δεν θα μπορούσε να ανατραπεί από τις ψήφους των επίσημων και Τούρκων μελών του Συμβουλίου. Παρ’ όλα αυτά, η αναφορά στη συνέχιση του καθεστώτος που ίσχυε, και σύμφωνα με το οποίο θα υπήρχε ξεχωριστός εκλογικός κατάλογος και διαδικασία για την εκλογή των μελών του Νομοθετικού σε κοινοτική βάση, ενίσχυε αναμφίβολα τον διαχωρισμό ανάμεσα στους κατοίκους της Κύπρου, αποτελώντας πολύ αρνητική εξέλιξη.
Από τις βρετανικές εισηγήσεις αξίζει επίσης αναφοράς η πρόνοια σύμφωνα με την οποία νομοσχέδια οικονομικής φύσεως, άμυνας, εξωτερικών υποθέσεων, καθώς επίσης εκείνα που αφορούσαν τις μειονότητες και την τροποποίηση του συντάγματος, θα εισάγονταν μόνον αφού θα εξασφαλιζόταν η συγκατάθεση του κυβερνήτη, ο οποίος θα είχε επιπλέον το δικαίωμα να επιβάλει την εφαρμογή ενός νομοσχεδίου ακόμη και στην περίπτωση εκείνη που το νομοσχέδιο αυτό είχε προηγουμένως απορριφθεί από το Νομοθετικό Συμβούλιο.
Εκτελεστικό Συμβούλιο Ενδιαφέρουσα επίσης υπήρξε η βρετανική πρόταση για ίδρυση Εκτελεστικού Συμβουλίου που θα βοηθούσε τον κυβερνήτη στην άσκηση των εκτελεστικών του εξουσιών. Στο εν λόγω Συμβούλιο, τις συστάσεις του οποίου ο κυβερνήτης δεν δεσμευόταν να ακολουθήσει, θα συμμετείχαν τα τέσσερα επίσημα μέλη του Νομοθετικού (Αποικιακός Γραμματέας, Γενικός Εισαγγελέας, Αρχιταμίας και Πρώτος Διοικητής) καθώς επίσης και τέσσερα από τα εκλεγμένα μέλη του Νομοθετικού (τρεις Ελληνες και ένας Τούρκος). Τα τέσσερα εκλεγμένα μέλη του Νομοθετικού που θα διορίζονταν από τον κυβερνήτη στο Εκτελεστικό Συμβούλιο θα συνδέονταν με ορισμένα ειδικά τμήματα της κυβέρνησης και θα αποκαλούντο Σύμβουλοι για τα θέματα αυτά. Σύμφωνα με τις βρετανικές προτάσεις στη Διασκεπτική, οι Σύμβουλοι θα λάμβαναν μέρος στη διαμόρφωση της γενικής κυβερνητικής πολιτικής στο Εκτελεστικό Συμβούλιο, χωρίς όμως ο κυβερνήτης να δεσμεύεται να ακολουθήσει τις εισηγήσεις τους. Το πλέον σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι εκπρόσωποι αυτοί του κυπριακού πληθυσμού θα ήταν απλοί «Σύμβουλοι» του κυβερνήτη και δεν θα αναλάμβαναν υπουργεία, όπως θα γινόταν σε περίπτωση ενός πράγματι αυτοκυβερνώμενου καθεστώτος, το οποίο άλλωστε υποστήριζαν οι εκπρόσωποι της κυπριακής Αριστεράς.
Αυτοδιάθεση Αρνητικότερη και πιο απογοητευτική εξέλιξη σε σχέση με τη Διασκεπτική και τις εισηγήσεις των Βρετανών θα αποτελέσει η εσκεμμένως παντελής απουσία αναφοράς στο δικαίωμα των Κυπρίων για αυτοδιάθεση. Σύμφωνα με τις βρετανικές εισηγήσεις, το Σύνταγμα θα απαγόρευε στο Νομοθετικό το δικαίωμα συζήτησης του καθεστώτος της Κύπρου εντός της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
Μετά την υποβολή των βρετανικών προτάσεων, ο πρόεδρος της Διασκεπτικής προσκάλεσε τα μέλη της Συνέλευσης σε συνεδρίαση για συζήτηση επ’ αυτών. Σε σχετική ψηφοφορία που ακολούθησε, στις 21 Μαΐου 1948, έντεκα μέλη της Συνέλευσης ψήφισαν υπέρ των βρετανικών συνταγματικών προτάσεων και επτά εναντίον (συμπεριλαμβανομένων των αριστερών Ελλήνων Κυπρίων). Λόγω της εξέλιξης αυτής, ο πρόεδρος της Διασκεπτικής θα ανακοινώσει στους συμμετέχοντες την απόφασή του για επ’ αόριστον αναβολή των εργασιών της, έτσι ώστε να ληφθούν αποφάσεις για τα περαιτέρω. Στις 12 Αυγούστου 1948, με τη συμμετοχή μόνο όσων υπερψήφισαν τις βρετανικές εισηγήσεις, πραγματοποιήθηκε η τελευταία συνεδρία της Διασκεπτικής, με τον πρόεδρο να ανακοινώνει τον τερματισμό των εργασιών της, και τον κυβερνήτη να επισημαίνει ότι «η προσφορά συντάγματος όπως παρουσιάσθηκε στην επιστολή του Βρετανού υπουργού Αποικιών ημερομηνίας 7 Μαΐου δεν αποσύρεται». Δήλωσε επίσης ότι εάν ποτέ αντιπροσωπευτικοί πολιτικοί ηγέτες στην Κύπρο ζητήσουν από τους Βρετανούς όπως οι προτάσεις αυτές επανεξετασθούν και τεθούν σε ισχύ, η βρετανική κυβέρνηση θα ήταν πρόθυμη να το πράξει.
Διαφορετικές τάσεις για το μέλλον της Μεγαλονήσου Αναμφίβολα, οι εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο την επαύριον του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς επίσης και το συνεχές διογκούμενο αίτημα των κατοίκων του νησιού για Ενωση, ανάγκασαν το Λονδίνο, το 1946, να δημοσιοποιήσει την πρόθεσή του για την ανάθεση εκπόνησης Συντάγματος για την Κύπρο σε συνέλευση που θα πραγματοποιείτο για τον σκοπό αυτό. Παρ’ όλα αυτά, η Διασκεπτική δεν συγκαλείται παρά μόνο έναν και πλέον χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1947, ενώ στην πορεία, λόγω εξελίξεων στο περιφερειακό περιβάλλον που επηρέαζαν άμεσα τα βρετανικά συμφέροντα στην περιοχή (βλ. αποχώρηση των Βρετανών από την Παλαιστίνη), οι Βρετανοί, σε αντίθεση με την αρχική τους δημόσια διακήρυξη, θα υποβάλουν οι ίδιοι, στις 7 Μαΐου 1948, συνταγματικές εισηγήσεις στα μέλη της Διασκεπτικής Συνέλευσης. Με τις συζητήσεις στη Διασκεπτική επισημοποιούνται πλέον και οι διαφορετικές τάσεις στο νησί σε σχέση με το μελλοντικό του καθεστώς. Από τη μια πλευρά, ήταν οι αριστεροί Ελληνες της Κύπρου που οι επιδιώξεις τους επικεντρώνονταν στην εφαρμογή πλήρους Συντάγματος αυτοκυβέρνησης που, όπως υποστήριζαν, θα έθετε τις βάσεις για διεκδίκηση στο μέλλον του αιτήματος της αυτοδιάθεσης, και από την άλλη πλευρά οι Τούρκοι, που σε πλήρη ταύτιση με το Λονδίνο επιθυμούσαν τη μη ουσιώδη τροποποίηση της συνταγματικής κατάστασης στο νησί. Στο πρόβλημα του χάσματος των δύο τάσεων θα προστεθεί και μια άλλη διάσταση, της μεγάλης μερίδας Ελλήνων της Κύπρου –δηλαδή της Δεξιάς– που είχε εντελώς αποκλείσει κάθε συζήτηση παραχώρησης από τους Βρετανούς Συντάγματος αυτοκυβέρνησης και ως εκ τούτου είχαν αρνηθεί τη συμμετοχή στη Διασκεπτική, εμμένοντας στην καταβολή κάθε προσπάθειας για εκπλήρωση του στόχου της Ενωσης. Επομένως, από πολύ νωρίς, στο νησί εκπέμπονται μηνύματα αντικρουόμενων τάσεων και απόψεων που δημιουργούν ένα σκηνικό το οποίο οι αποικιοκράτες θα φροντίσουν όχι μόνο να συντηρήσουν αλλά και να ενισχύσουν, με γνώμονα τα δικά τους συμφέροντα.

* Ο κ. Νίκος Χριστοδουλίδης είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών.